Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Επιμονή

Θρυψαλλιασμένα τα οστά αυτού

ο οποίος λογιάζει οστά του τα ερείπια της φαντασίας του...

Και ο επίμονος τριγμός των θρυψάλλων

επίπονη ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά του ξεροκέφαλου

που προσπαθεί να ορθώσει το ανάστημά του ισορροπώντας πάνω σε μισή πιθαμή ελευθερίας...

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Gif or gif?


In other words, [gɪf] or [d͡ʒif]? It may seem trivial, but this dilemma too can work as a bearer of deep philosophical arguments. The question we really ought to ask is Substance or Form? Is "true self without form"? Can either of the two occur independently? Do they reside in their own plane of existence, like the forms and ideas of Plato? Is the human condition responsible for combining two separate entities to provide us with a unified and inseparable body of information we can experience? Or is our view so hindered by our dualistic perception, thus coercing us into approaching the principles of reality only from certain angles?

Well, enough crazy-talk... It's obviously a matter of english phonotactics. You know, traditionally /g/ comes in two flavours, hard and soft, or rather it bears both front and back allophones realized according to the phoneme’s environment... But, come to think of it, the more one explores the situation the more it should seem that [gɪf] is quite - if not totally - unnatural, as it's not a fully fledged word yet...

Indeed, [gɪf] is a neologism, borne of an acronym which itself isn't spelled [gɪ.aɪ.ɛf] but rather [d͡ʒi.aɪ.ɛf], as supposed by the rules of spelling, regardless of the allophone of /g/ realized in the original first word of the acronym. And yet, should the word be pronounced in a way that must concur with that realization, even if the spelling of the acronym itself doesn't? Why? Just to forcibly - and with total lack of elegance and respect for english phonology - elucidate us on a purely etymological matter? Shouldn't a word be one of its own right, yet belonging to the rest of the english corpus? And when it comes to our primal urge of asking “why”, shouldn’t we let etymology play its role, after all? Substance versus Form! Not to mention, Deviation versus Conformity!

In any case, when it comes to a purely linguistic argument, I subscribe to the idea that [d͡ʒif] is even more valid than [gɪf], if anything, since it’s the final outcome of the transcendence of an acronym to the realm of actual words - yet not necessarily of platonic forms - and not some fuzzy step somewhere in the middle of the road... There is of course a limited set of words of germanic origin where /g/ is realized as [g] even when preceding front vowels, like /i/, or /e/, as in [gɪv] or [get], but I’m not sure if the specific process that made people retain consonantal backness immidiately before vocalic frontness is still ongoing. In fact, I suspect it isn’t, or at least it’s recessive, lest we would have many more such examples.

So, after all, why assigning a neologism to a set of words that have seemingly become an exception to the rule - perhaps, in part even due to their great old age? Mixing a fledgling with fossils and calling it a day? Sloppy botchers! To me, [d͡ʒif] is more of a word than [gɪf] could ever be! And of course, I pronounce it like so!

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Κοινωνικά μαθηματικά, κοινωνική φυσική και κοινωνική βιολογία
Ή η κοινωνία και το άτομο για θετικάριους, μηχανές και εξωγήινους


Κεφάλαιο |Α> : Σχέση κοινωνίας - ατόμου

Αξίωμα: Τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, ως οντότητας που λειτουργεί στο συλλογικό επίπεδο, εντοπίζονται και πηγάζουν κυρίως από την αλληλεπίδραση των επιμέρους συνόλων και κατ' επέκταση μεταξύ των ατόμων. Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι κάποια από τα στοιχεία που ορίζουν την κοινωνία πηγάζουν από τα άτομα τα ίδια, επειδή αναφερόμαστε σε ένα υπερβατικό για το άτομο επίπεδο κανένα από τα χαρακτηριστικά του ατόμου δεν περνά αυτούσιο στο επίπεδο της κοινωνίας, αλλά όσα όντως μεταβαίνουν μετουσιώνονται.

Η κοινωνία δεν είναι τίποτε άλλο από έναν ακόμη πολυδιάστατο διανυσματικό χώρο. Κάθε άτομο μέσα σε αυτήν μπορεί να περιγραφεί ως διάνυσμα, ειδικά δε όταν αναφερόμαστε στην διαχρονική του κίνηση -ή στη συγχρονική του τάση, ανάλογα με τις διαστάσεις του χώρου- εντός του πλαισίου της κοινωνίας. Μέσω της σύνθεσης όλων των επιμέρους διανυσμάτων εντός ορισμένου υποσυνόλου προκύπτει η διαχρονική κίνηση ή συγχρονική τάση ενός πληθυσμού. Είτε κατακερματίσουμε τον διανυσματικό χώρο "πανανθρώπινη κοινωνία" σε επιμέρους χώρους-σύνολα με βάση συγκεκριμένα στοιχεία όπως κουλτούρα, ιδεολογία, γεωγραφική εγγύτητα, νοοτροπία κτλ, είτε θέσουμε κάθε τέτοιο στοιχείο ως μία διαφορετική διάσταση του χώρου "πανανθρώπινη κοινωνία" το τελικό αποτέλεσμα από τη σύνθεση όλων των διανυσμάτων και των διανυσματικών χώρων -εάν ορίζεται κάτι τέτοιο στα μαθηματικά, εάν όχι συγχωρέστε την αδόκιμη γλώσσα μου- είναι το ίδιο. Ένα και μοναδικό διάνυσμα με συγκεκριμμένη κίνηση, τάση και πολλή, μα πάρα πολλή αδράνεια. Συμπερασματικά προκύπτει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εντός κοινωνικού πλαισιού. Εξαιρούνται μόνον οι ερημίτες με πλήρη απουσία επαφής με την κοινωνία, ενώ σε τομή με το σύνολο της κοινωνίας -και κατ' επέκταση στα όριά της- βρίσκονται άνθρωποι ή/και κοινότητες που λειτουργούν κυριολεκτικά άλλοτε εντός και άλλοτε εκτός κοινωνικού πλαισίου -π.χ. μοναχοί. Ως εκ τούτου, κανείς δεν βρίσκει την κοινωνία απέναντί του, ως εχθρό. Αυτό δεν αναιρεί φυσικά την τάση περιθοριοποίησης επιμέρους κοινωνικών ομάδων, ασύμβατων με την “καθεστηκυία τάξη”, δεν συνεπάγεται όμως και την αντίθεση των ομάδων αυτών στην κοινωνία. Περισσότερο αποδίδεται σε διασπαστικές ή/και συντηρητικές τάσεις προϋπαρχοντων ρευμάτων -“διαίρει και βασίλευε”- όπως και στην αυθόρμητη παλινδρόμηση ενός συστήματος που δεν έχει καταλήξει ακόμη σε ενεργειακή ισορροπία. Μπορεί επίσης να περιγραφεί και με βιολογικούς όρους, ως μέρος της διαδικασίας ανάπτυξης και διαμόρφωσης “Εξελικτικά Σταθερών Στρατηγικών”.

Πόρισμα πρώτο: Κατά το αξίωμα, αλλά και εξ' ορισμού ούσα ένα σύνολο συνειδήσεων, η κοινωνία δεν έχει συνείδηση του εαυτού της -εδώ βρίσκουμε και το σφάλμα του όρου "συλλογική συνείδηση", ούτε και ενστικτώδεις πράξεις. Κατ' επέκταση δεν έχει έλεγχο επί των πράξεών της, άρα δεν έχει και ευθύνη, όπως θα είχε ένα άτομο.

Πόρισμα δεύτερο: Για να υπερκερασθεί η αδράνεια ενός (υπο)συνόλου, η οποία πολλαπλασιάζεται με κάθε νέο άτομο-διάνυσμα που εντάσσεται στο σύνολο αυτό, χρειάζεται και πολλή “ορμή” και όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόκλιση από την κατεύθυνση της πλειοψηφίας. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε έντονη αντίδραση, ακόμη και εάν αυτή εκδηλώνεται ως ατομική συμπεριφορά και δεν είναι μέρος μιας συλλογικής κίνησης, είτε συσσώρευση πολλών διανυσμάτων -η ισχύς εν τη ενώση- είτε και τα δύο ταυτόχρονα. Στην περίπτωση φυσικά που ακραίες εκδηλώσεις είναι μέρος της καθημερινής συμπεριφοράς κάποιου, είναι επόμενο να δυσλειτουργεί τελικά στην προσωπική του ζωή, αλλά αυτό αγγίζει και θέματα του ατομικού επιπέδου -συμπληρωματικά αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει το ενδεχόμενο ασυμβατότητας του εν λόγω ατόμου με το υποσύνολο στο οποίο βρίσκεται.

Συμπληρωματικό σχόλιο: Η μηχανική των ρευστών έχει πολλά να διδάξει για τις λειτουργίες και την κίνηση της κοινωνίας, αλλά μα τον Τουτάτη, είναι τόσο δύσκολο κεφάλαιο...

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Κοινωνικά μαθηματικά, κοινωνική φυσική και κοινωνική βιολογία
Ή η κοινωνία και το άτομο για θετικάριους, μηχανές και εξωγήινους


Κεφάλαιο x: Όρια του ατόμου

-Οι περιορισμοί που τίθενται από το περιβάλλον και καταλήγουν εν μέρει να αντιμετωπίζονται από το άτομο ως αυτοπεριορισμοί, εξ' αιτίας ανικανότητας ή αδυναμίας του ατόμου να αντιδράσει ικανοποιητικά και να διεκδικήσει τον "ζωτικό" του χώρο, ερμηνεύονται και περιγράφονται ως το όριο του ατόμου με το άτομο να τείνει στο μείον άπειρο.
-Δεδομένης της αναγκαίας για τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις εξισορρόπησης δυνάμεων και της τάσης του ατόμου να αντιδράσει, έστω μη ικανοποιητικά, η αντίδραση του ατόμου στους προαναφερθέντες περιορισμούς και αυτοπεριορισμούς ερμηνεύεται και περιγράφεται ως το όριο του ατόμου με το άτομο να τείνει στο συν άπειρο.

Ως εκ τούτου προκύπτει ότι το άτομο είτε θα εκφραστεί με έντονο και αρνητικό συναίσθημα και κατά πάσα πιθανότητα με λογική απολυτότητα ή ασυνέπεια, είτε θα εκτονωθεί σε ασφαλές περιβάλλον, ενδεχομένως απόντων άλλων ατόμων...

Πόρισμα πρώτο: Είναι αναγκαίο το άτομο να αντιδρά νωρίτερα, και κατ' επέκταση πιο ἠπια και με περισσότερη λογική συνέπεια, στους περιορισμούς που τίθενται από το περιβάλλον έτσι ώστε να μην καταλήγει σε επισφαλείς αντιδράσεις, δεδομένης πάντα της τάσης του για αντίδραση.
Πόρισμα δεύτερο: Είναι ευθύνη του ατόμου να ξεπεράσει τους φόβους ή όποια άλλα αίτια το καθιστούν αδύναμο ή ανίκανο να αντιδράσει νωρίτερα, δεδομένης της γνώσης περί των εν λόγω αιτιών.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

The reaver of my fate is me


Bittersweet sound emerged from plucked strings, music that expanded in the room around me and soon filled my whole world. Music that carried me away from the here and the now and provided me once again with the means to travel to places far far away, to the there and the then. Music that was instantly transformed to melancholy.

Pictures and smells and sounds of my forever past future overwhelmed me. My senses were being betrayed by my own mind. I was suffering fusillades of memories I could never have, being the memories of events that never happened. Memories of events that could never happen. And yet, I'd longed for those events so eagerly and for so many years, I'd conserved and refined every minute detail of my phantasies, I'd explored and indeed created every impossible manner by which those events would take place that I had, eventually, transmuted them into memories. And it was those paradoxical memories that dragged me forever downward, into a bottomless pit of nostalgia and despair. And as I was plunging, the blessed and cursed melodies - still escaping from the unseen stringed instrument with the violent joy of a maniac escaping from his prison cell - resonated through me a sense of profound loss. And it was then I realized that I was on collision course with my fate. I was on collision course with the one that reft me a bright and noble present. I was on collision course with myself.

But the truth was that my fate had already overtaken me, ages ago. And it was a horrible torture because I could never absolve or redeem myself. I could never fight my phantasy even within my phantasy. Because I never liked what lay ahead of me. Because all I ever liked was what I was forced to leave behind...

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

27-12-1991

Φαντάζομαι πως δεν είναι τυπικό για όσους κρατούν ημερολόγιο να καταγράφουν αναδρομικά στις πρώτες σελίδες ολόκληρη την πορεία της μέχρι τότε ζωής τους, αλλά είναι μια καλή ευκαιρία για εμένα να εξασκήσω τα ελληνικά μου.

Γεννήθηκα πριν από 46 χρόνια στο Μάρκασι, ένα μικρό χωριό στην ορεινή Κορινθία, σε μία οικογένεια η οποία έφερε ήδη το βάρος -ή την χαρά, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός- τεσσάρων παιδιών. Στο χωριό έζησα μόνο για όσον καιρό τα νύχια μου ήταν ακόμα μαλακά. Θυμάμαι λίγα πράγματα κι όσα υπόλοιπα γνωρίζω μου τα έχουν διηγηθεί συγγενείς.

Ο πατέρας μου, Ανδρέας τω όνομα, ήταν γεωργός. Γεννήθηκε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, στο Μάρκασι. Φαινομενικά σκληροτράχηλος άνθρωπος, όπως είθισται να είναι κάθε βουνίσιος, είχε παλάμες μονίμως ροζιασμένες από την εργασία. Όσο σκληρό ήταν το δέρμα του όμως, τόσο μαλακή ήταν η καρδιά του. Ήταν πάντα πρόμυθος και εργατικός, στοιχεία που τον έκαναν πολύ αγαπητό στο χωριό του και πολύ επιρρεπή στην εκμετάλλευση από τρίτους, πράγμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει στην μετέπειτα ζωή του στην Αθήνα - όχι πάντα με απόλυτη επιτυχία, θα έλεγα. Η ασυμβατότητα της νοοτροπίας του χωριάτη, ο οποίος είναι εξαρτημένος από τους υπόλοιπους όσο και οι υπόλοιποι είναι εξαρτημένοι από εκείνον, με τις φιλοδοξίες που γεννά ο αστικός, εντονότερα ατομιστικός τρόπος ζωής τού έκλεψε τη γαλήνη και του προσέφερε λίγα σε αντάλλαγμα. Δεν ήταν ποτέ κορόιδο, αντιθέτως καταλάβαινε πάντα πολύ καλά ποιοι ψάχνουν για κορόιδα. Από τη στιγμή όμως που πάτησε το πόδι του σ' αυτήν την καταραμένη πόλη, απώλεσε σταδιακά κάθε χαρακτηριστικό αυτοελέγχου. Τελικά η καρδιά του, η οποία παρέμεινε μαλακή μέχρι το τέλος, τον πρόδωσε στα 72 του, δύο χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του αδελφού μου Δημήτρη. Μόνο ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ήταν μαζί μου στις τελευταίες του στιγμές.

Η μητέρα μου ήταν πάντα η προσωποποίηση της οργάνωσης και του αυτοελέγχου, ό,τι ακριβώς έλλειπε από τον πατέρα μου. Το όνομα της Αθανασία και η ηλικία της εφτά χρόνια μικρότερη από αυτήν του συζύγου της. Από τη στιγμή που απέκτησα συνήδειση περί του θανάτου, το μυαλό μου τριβέλιζε πάντα μία συγκεκριμένη σκέψη, μεταξύ άλλων... Πόσο είρωνας χρειάζεται να είναι κάποιος για να δώσει στο παιδί του ένα τέτοιο όνομα; Και ποιον ακριβώς ειρωνεύεται εν τέλει; Το παιδί του, ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε κάθε περίπτωση ο είρωνας είναι καταδικασμένος, είναι όμως χειρότερο να είναι κάποιος είρωνας και ταυτόχρονα αγνόμων, γιατί αυτό τον κάνει αλαζόνα. Τελοσπάντων, πιστεύω ότι το πάθος της μητέρας μου για την τάξη ρίζωσε μέσα της από τότε που κατοικούσε στο Μάρκασι. Αν μία μάνα με πέντε παιδιά και ελάχιστη έως καμία βοήθεια από άλλους ανθρώπους -μη εξαιρουμένου και του πατέρα μου δυστυχώς, ο οποίος την λάτρευε μεν, αλλά για να υποστηρίξει το ρόλο του ως σύζυγος και πατέρας έπρεπε να είναι πρώτ' απ' όλα αγρότης- δεν είχε πρακτικό μυαλό και συγκροτημένο πνεύμα, δεν θα επιβίωνε ούτε αυτή ούτε τα παιδιά της. Από τότε που εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα βέβαια, αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της πήρε άλλες διαστάσεις. Φαντάζομαι ότι αυτό οφειλόταν στο ότι δεν είχε πια πέντε κουτσούβελα να κυνηγάει, αλλά έναν πρώην αγρότη, πλέον πλασιέ, ο οποίος σταδιακά απέκτησε τις φιλοδοξίες αριστοκράτη... Θεωρώ πως είναι ασφαλές να υποθέσω ότι σε διαφορετική εποχή, αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν θα συνέχιζαν τις ζωές τους σαν ζευγάρι, αλλά στα νεόκοπα προάστια της Αθήνας του '50 και του '60, ο χωρισμός δεν ήταν ιδιαίτερα σύνηθες φαινόμενο.

Για τ' αδέρφια μου δεν έχω να γράψω πολλά. Με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, Ηλίας κι αυτός, και την αδελφή μου, Ανθή κατ' όνομα, ήμασταν πάντα δεμένοι. Ήμασταν τα καμάρια των γονιών μας. Όχι ότι δεν αγαπούσαν και τ' άλλα δύο τους παιδιά, αλλά εμείς οι τρεις ήμασταν πάντα "οι προκομένοι", ενώ ο Πέτρος κι ο Δημήτρης έμπλεκαν πάντα σε μπελάδες. Φυσικά, είναι γνωστό ότι αυτό το μοτίβο είναι ένας αυτοσυντηρούμενος, φαύλος κύκλος. Από τη στιγμή που ο χαρακτηρισμός έχει αποδοθεί -ειδικότερα, αν τον αποδίδει κάποιο άτομο με έντονη επιρροή- ο κόσμος θα ανταποκριθεί. Το ρυάκι της ζωής θα γίνει χείμαρρος. Ο χείμαρρος θα φέρει πλημμύρα. Κι η πλημμύρα θα φέρει ευφορία, μα θα φέρει και καταστροφή ενίοτε. Γιατί ο χείμαρρος δεν εκτρέπεται εύκολα, όπως το ρυάκι. Έτσι έγινε με τον Πέτρο και τον Δημήτρη. Ο χείμαρρος της ζωής τούς έφερε περισσότερες λύπες παρά χαρές. Τους παρέσυρε σαν έρμαια, καθιστώντας τους ανίκανους να επιτύχουν κάτι ουσιαστικό. Ο Δημήτρης είχε τη χειρότερη μοίρα. Πολλές δουλειές του ποδαριού, γυναίκα και παιδί -που αδυνατούσε να υποστιρίξει- διάφορες ερωμένες μετέπειτα, δανεικά, τοκογλύφοι, τρεχάλα στα δικαστήρια, αθώωση, ξανά δάνεια, κλοπή, καταδίκη, φυλάκιση... Τελικά η απόγνωση τον κατέλαβε. Έδωσε τέλος στη ζωή του στα 42 του, έναν χρόνο μετά την αποφυλάκισή του... Ο Πέτρος, διζυγωτικός δίδυμος του Ηλία, δεν ακολούθησε τόσο αυτοκαταστροφική πορεία. Βρήκε μια συμβιβαστική λύση μεταξύ προόδου και καταστροφής παραμένοντας ωστόσο στάσιμος. Η δουλειά του, στις οικοδομές κατά την ακμή των δεκαετιών του '70 και -κυρίως- του '80 κι έπειτα σ' ενα περίπτερο στη γειτονιά μας, διέλυσε την υγεία του και τον έκανε κοντόφθαλμο. Οι ανασφάλειές του και η χαμηλή του αυτοεκτίμηση τον έκαναν αμετροεπή -και γενικότερα άνθρωπο με έλλειψη μέτρου σε όλους σχεδόν τους τομείς.

Η Ανθούλα ήταν -και είναι- μακράν η πιο συγκροτημένη απ' όλους μας. Πήρε από τη μητέρα μας. Ήταν ο άνθρωπος που με βοήθησε οικονομικά με τις σπουδές μου στο εξωτερικό, πράγμα για το οποίο της είμαι βαθύτατα ευγνώμων. Η ίδια, μαζί με τον Ηλία, είχαν βρεθεί στην Αθήνα νωρίτερα από εμάς τους υπόλοιπους, για σπουδες. Πήγε πολύ καλά και ενάντια σ' όλες τις δυσκολίες, σε μια Αθήνα που δεν είχε ξεπεράσει ακόμη το σοκ του εμφυλίου, κατάφερε με τη βοήθεια των γονιών μας να τελειώσει την Νομική με καλό βαθμό και να πιάσει δουλειά σε δικηγορικό γραφείο. Ούτε αυτή βέβαια δεν κατάφερε να ξεμπλέξει τον Δημήτρη τη δεύτερη φορά. Ήταν σχετικά μεγάλη, σύμφωνα με τα πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, όταν παντρεύτηκε έναν συνταξιούχο ναυτικό -"καπετάνιος εν αποστρατεία", όπως τον αποκαλούσαμε χαριτολογώντας. Δεν την ένοιαζε ποτέ όμως το τι θα πει ο κόσμος. Ούσα ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα και μην θέλοντας να αποχωρήσει πρόωρα από μια ομολογουμένως λαμπρή νομική καριέρα, έκανε την ζωή της μέχρι που ο -τότε μέλλοντας ακόμη- σύζυγός της βγήκε στην σύνταξη. Ποτέ δεν αντιμετώπισαν οικονομικό πρόβλημα, ίσα ίσα ήταν πάντα αρκετά εύποροι. Επίσης, δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, όχι πως προσπάθησαν και ποτέ ιδιαίτερα.

Ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ήταν πάντα η κολώνα της οικογενείας, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα μας. Είχε πάρει αυτόν τον ρόλο εξ' αρχής, ώντας, μαζί με τον Πέτρο, το μεγαλύτερο αγόρι. Πολύ προκομένος άνθρωπος αδιαμφισβήτητα. Με στήριξε περισσότερο από κάθε άλλον συγγενή μου, αφ' ενός επειδή ήμασταν πολύ δεμένοι, αφ' ετέρου επειδή είχε το πιο ευρύ πνεύμα και τις περισσότερες γνώσεις απ' όλους μας. Τοπογράφος στο επάγγελμα, μέτρησε με τη μεζούρα του τις πιο απομονωμένες γωνιές τις Ελλάδας. Πήρε μέρος στον σχεδιασμό έργων υποδομής και βοήθησε στην ανάπτυξη της επαρχίας. Ήξερε να κρατάει τον εαυτό του σε ισορροπία. Δεν άφησε ποτέ τις προσωπικές του φιλοδοξίες να του επιβληθούν, ωστόσο τις ακολούθησε όταν μπόρεσε να το κάνει. Σε μεγαλύτερη ηλικία αφιέρωσε τον εαυτό του στην έρευνα, έχοντας εξασφαλίσει ένα διδακτορικό στην Χωρική Ανάλυση, με θέμα την εξάπλωση της λεϊσμανίασης και την σχέση της με την μετακίνηση των πληθυσμών των φλεβοτόμων. Η ακαδημαϊκή του καριέρα ανανεώθηκε και του προσέφερε τη χαρά να επισκεφθεί διάφορες χώρες του κόσμου για να παρακολουθήσει συνέδρια, από τη Φινλανδία και την Ολλανδία στον παγωμένο βορρά της Ευρώπης, μέχρι την πάντα ηλιόλουστη Γρενάδα, στην Καραϊβική.

Ο Ηλίας ήταν και η έμπνευσή μου σε ό,τι αφορά την δική μου ακαδημαϊκή πορεία. Σπούδασα φιλολογία στο ΕΚΠΑ και μετέπειτα έκανα στροφή προς τη γλωσσολογία. Το μεταπτυχιακό μου και το πρώτο μου διδακτορικό στην γλωσσολογία, με θέμα την φωνηεντική μετατόπιση στις γερμανικές γλώσσες και τις ανάλογες μορφοφωνητικές διαδικασίες των αρχαίων ελληνικών, το απέκτησα στα εικοσιπέντε μου από το τμήμα Γερμανικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η παραμονή μου στην Αγγλία ήταν σχετικά σύντομη. Διήρκησε όσο το πρόγραμμα σπουδών συν τον απαραίτητο, για εμένα, χρόνο προσαρμογής. Όταν λέω παραμονή το εννοώ κυριολεκτικά. Μπορεί να εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αγγλία, ποτέ όμως δεν βρισκόμουν στο σπίτι μου για περισσότερο από έναν χρόνο. Μου είναι δύσκολο γενικά να βγαίνω από τη ρουτίνα μου και να προσαρμόζομαι απότομα σε καινούρια δεδομένα. Ίσως γι' αυτό δεν επέστρεψα ποτέ στην Ελλάδα κι αντ' αυτού συνέχισα από τότε να ταξιδεύω από χώρα σε χώρα, είτε κάνοντας έρευνα πεδίου, είτε για τη συνέχιση των σπουδών μου. Έπειτα από το πρώτο μου διδακτορικό ανέλαβα μία θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία μου εξασφάλιζε ένα σταθερό -αν και όχι ιδιαίτερα μεγάλο- εισόδημα, αφήνοντάς μου παράλληλα μια σχετική άνεση χρόνου, απαραίτητη λόγω της στροφής μου προς την έρευνα και τις υπόλοιπες ασχολίες μου.

Πήρα μέρος σε διάφορες αποστολές στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, αν και τα περισσότερα ταξίδια μου αφορούσαν αρχικά την κεντρική και βόρεια Ευρώπη και μετέπειτα την Νότια Αμερική και την Ωκεανία. Περιοχές του κόσμου που αποτελούν κέντρο έντονου ενδιαφέροντος για τους μυημένους στον κλάδο της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας. Οι ζούγκλες στα ανατολικά των Άνδεων και τα υψίπεδα της Νέας Γουϊνέας διεύρυναν τους ορίζοντές μου και αποδέσμευσαν πλήρως την φαντασία μου. Κατέγραψα κομμάτια από τις γλώσσες των ιθαγενών του δυτικού Αμαζονίου και της βόρειας Αργεντινής, συνομίλησα με τους Κοροβάι της δυτικής Νέας Γουϊνέας και παρακολούθησα ασύγχρονα την πορεία στον χρόνο των απογόνων των διαλέκτων της Παλαιάς Γερμανικής, αυτόνομες γλώσσες πλέον που μιλιούνται από τις Άλπεις ως τη Σκανδιναβία, εάν δεν λάβουμε υπ' όψιν μας την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νότιο Αφρική και πολλές ακόμη χώρες, διάσπαρτες στον παγκόσμιο χάρτη. Όλ' αυτά, τα θαυμάσια βεβαίως, ήρθαν με ένα τίμημα. Δεν ένιωσα ποτέ ασφαλής στην αγκαλιά μιας γυναίκας, παρά μόνο συγκυριακά χάδια τα οποία δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα τέτοιο κενό.

Η πιο μακροχρόνια σχέση μου κράτησε 6 χρόνια. Το όνομά της ήταν Ingrid. Ingrid Persdottir. Ήταν μια θαυμάσια κοπέλα. Σπουδάζαμε μαζί στην Οξφόρδη, αλλά πέρα από την περιστασιακή βόλτα στην παμπ με τους υπόλοιπους συμφοιτητές, δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή. Έπειτα, βρεθήκαμε μαζί στις πρώτες αποστολές στις Άλπεις. Ήταν τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής μου. Νωρίς το πρωί βγαίναμε για περιπάτους στις χιονισμένες βουνοπλαγιές και τους λόφους. Έπειτα, μέχρι το απόγευμα, καταγράφαμε και αναλύαμε τον λόγο, γραπτό και προφορικό, σύγχρονο και ιστορικό, των κατοίκων της περιοχής. Και μετά μας περίμενε ένα ζεστό γεύμα σε κάποιο γραφικό εστιατόριο ή στο σπίτι κάποιου Hans ή κάποιας Anna. Στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο μας κάναμε σκι ή κουρνιάζαμε στο σαλόνι κάποιου ξενώνα, απολαμβάνοντας ζεστά ροφήματα με μόνη συντροφιά το τρίξιμο του ξύλου που σιγόκαιγε στο τζάκι. Στην Αυστρία και στην Ελβετία γνώρισα το πώς είναι να σε αγαπά κάποιος. Στο μέλλον θα ευχόμουν να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό.

Το πρόγραμμα στην κεντρική Ευρώπη διήρκησε 4 χρόνια. Η προσκόλληση μου στη ρουτίνα της ζωής μου με έκανε να αναζητήσω το επόμενο ερευνητικό πρόγραμμα. Σύντομα ανακάλυψα ότι υπήρχαν ευκαιρίες στην Νέα Γουϊνέα. Η Ingrid είχε άλλες ανάγκες. Σταθερότητα, ηρεμία, μητρότητα... Τίποτε από τα οποία δεν θα μπορούσα να προσφέρω σύντομα, τουλάχιστον όχι όσο θα βρισκόμουν στα υψίπεδα και στις ζούγκλες της Ωκεανίας. Προσπαθήσαμε να συμβιβάσουμε τα πράγματα. Στο τέλος καταλάβαμε ότι είχαμε απλά αρχίσει να πιέζουμε ο ένας να ακολουθήσει τον άλλον, σε μια ζωή που, εάν δεν είχαμε γνωριστεί, κανείς από τους δύο μας δεν θα επέλεγε. Το ευτύχημα είναι ότι κανείς δεν κεράτωσε κανέναν, τουλάχιστον δεν υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου. Όχι ότι είχα ποτέ το κουράγιο ή τη θέληση να το ερευνήσω ιδιαίτερα. Ίσως τελικά με βόλεψε, με κάποιον διεστραμμένο τρόπο, η τροπή που πήραν τα πράγματα. Γυρνώντας από το τρίτο ταξίδι μου, βρήκα το σπίτι που νοικιάζαμε μισοάδειο και ένα μακροσκελές σημείωμα να με περιμένει. Η όλη τριβή με είχε ήδη κάνει ράκος κι έτσι η κατάληξη ήταν τελικά λυτρωτική. Αλλά η συνειδητοποίηση ότι ακόμη κι ένας άνθρωπος που τρέφει βαθιά αγάπη για εμένα και κατανοεί τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες μου δεν θα με ακολουθούσε μέχρι το τέλος, μου κόστισε πολύ. Αποστασιοποιήθηκα σταδιακά από την ανάγκη μου για γυναικεία συντροφιά. Οι επόμενες σχέσεις μου ήταν πάντα βραχυπρόθεσμες και περιστασιακές.

Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι αφοσιώθηκα πλέον πλήρως στις έρευνές μου. Όχι ότι είχα και κάτι καλύτερο να κάνω άλλωστε... Τα επόμενα χρόνια άρχισα να κινούμαι δυναμικότερα και στον χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Το πρώτο μου διδακτορικό και τα αποτελέσματα της έρευνας της ομάδας μου στις Άλπεις δεν ήταν αρκετά προφανώς... Ώρες ώρες σιχαίνομαι την επιστημονική κοινότητα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αντί να είναι ο χώρος ανταλλαγής απόψεων και διαμόρφωσης συνειδήσεων, συχνά γίνεται ένα κλαμπ από κακομαθημένα κομπλεξικά που τις βγάζουν έξω να τις μετρήσουν... Τις γνώσεις τους... Απεχθάνομαι την αλαζονεία όσο λίγα πράγματα! Και μπορώ να συγχωρήσω την αλαζονεία σε έναν αγνώμονα άνθρωπο. Όχι όμως και σε κάποιον που υποτίθεται ότι προάγει την γνώση και την απαλλαγμένη από ταμπού πληροφόρηση. Αν κάποιος είναι αλαζόνας, έχοντας ωστόσο συσσωρεύσει γνώση, είναι βαθύτατα ανασφαλής, ενίοτε κομπλεξικός, και σίγουρα πολύ επικίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση τα ταξίδια μου στην Νέα Γουϊνέα με μεταμόρφωσαν. Βρήκα εσωτερική γαλήνη σε καθημερινές συνήθειες των ιθαγενών, όπως κυνήγι και ψάρεμα στη ζούγκλα, παραγωγή άλευρου από κορμούς δέντρων, μετακίνηση σε περισσότερο βιώσιμες περιοχές. Έγινα αναπόφευκτα και λίγο λαογράφος. Κι έμεινα εμβρόντητος μπροστά στον θαυμαστό γλωσσικό πλούτο του γιγάντιου αυτού νησιού. Είναι διαφορετικό να έχεις διαβάσει για τις 500 και πλέον γλώσσες που μιλιούνται εκεί και διαφορετικό να τις ακούς και να προσπαθείς να τις μιλήσεις. Χωριά με απόσταση μερικών μόνο χιλιομέτρων μεταξύ τους, μιλάνε γλώσσες που προέρχονται από διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες.

Όταν το πρόγραμμα στη Νέα Γουϊνέα έλαβε τέλος έψαξα αμέσως την επόμενη περιπέτεια. Δεν είχα ακόμη κουραστεί αρκετά ώστε να επιθυμώ μια ήρεμη ζωή κι ούτε κατά διάνοια είχα καταφέρει να ξεφύγω από τους δαίμονες μου. Οι εμπειρίες μου στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί του κόσμου, αλλά και η υποσυνείδητη τάση μου να συνεχίσω να αποφεύγω τον δυτικό πολιτισμό, για προφανείς λόγους, με ωθούσαν στην αναζήτηση ανεξερεύνητων περιοχών, λαών, φυλών και γλωσσών. Η Καθολική Γραμματική των Chomsky, Montague και λοιπών είχε ήδη εγκαθιδρυθεί ως η κυρίαρχη γλωσσολογική προσέγγιση του προβλήματος της γέννησης των γραμματικών δομών στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά η έρευνα σε αυτόν τον τομέα γνώριζε ακόμη μεγάλη άνθιση. Έχρηζε δε διεπιστημονικής αντιμετώπισης. Έχοντας συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό που μου επέτρεπε την άνεση να το μοιράζω κατά βούληση, χρηματοδότησα εν μέρει και με προσωπική πρωτοβουλία μια σειρά ταξιδιών στη Νότια Αμερική. Σε αυτά τα χρόνια γνώρισα μία ακόμη ενδιαφέρουσα γυναίκα, την Gunhild Olafssen. Ναι, το παραδέχομαι... Είμαι καταραμμένος! Το ανεξάρτητο πνεύμα και τα χυμώδη κάλλη των γυναικών της Σκανδιναβίας μ' έχουν πλανέψει για τα καλά. Το, φυσικά αναπόφευκτο, μεταξύ μας ειδύλλιο μού προσέφερε μια φρέσκια ματιά στο πώς να αντιμετωπίζω τις διαπροσωπικές μου σχέσεις. Είχαμε μια πολύ τρυφερή σχέση, απολαμβάνοντας ο ένας τον άλλον σε διάφορα επίπεδα, χωρίς ωστόσο να ζητάμε ανταλλάγματα. Δεν μοιραζόμασταν τα ίδια πάθη, κάτι που μας έκανε ενίοτε απόμακρους, αλλά ήταν πάντα μια σχέση βασισμένη στην αλληλοκατανόηση.

Χωρίς να το ξέρω, η αποστολή μου ήταν σχεδόν σύγχρονη με τα ταξίδια του Daniel Everett και τις πρώτες, εν αγνοία, σπορές ανέμων στην πολυτάραχη ιστορία της Καθολικής γραμματικής. Τότε βέβαια η διεπιστημονικότητα και γενικότερα το αλισβερίσι πληροφοριών ήταν πράγματα πολύ περιορισμένα, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Έτσι λοιπόν μου έμελλε να επιλέξω να μελετήσω φυλές που δεν είχαν εν τέλει το ενδιαφέρον που αποδόθηκε σε άλλες. Ωστόσο, τα ταξίδια μου ανατολικά των Άνδεων διεύρυναν ακόμη περισσότερο τους ορίζοντές μου, με εφοδίασαν με μια πιο κριτική ματιά πάνω στις επιλογές μου και τελικά ολοκλήρωσαν το έργο μου πάνω στην έρευνα των μελλοθάνατων γλωσσών του κόσμου. Επίσης, η γνωριμία μου με την Gunhild μού απάλυνε τον πόνο του χωρισμού μου με την Ingrid, αναπτερώνοντας το ηθικό μου και αφήνοντάς μου μια γενικότερα αισιόδοξη στάση προς τη ζωή. Πέρα από αυτό όμως, μου προσέφερε και κάτι καινούριο˙ νέα ερεθίσματα, νέους γλωσσικούς, ανεξερεύνητους ορίζοντες!

Μετά από το πηγαινέλα στην Αργεντινή έμεινα για λίγο καιρό σταθερά στην Οξφόρδη. Δεν κυνήγησα ποτέ κάποια θέση ανώτερη του λέκτορα στο Πανεπιστήμιο. Αναδρομικά, αυτό που καταλαβαίνω για τον εαυτό μου είναι ότι δεν ήθελα για κανένα λόγο να δεσμευτώ σε ένα μέρος. Παρ' όλ' αυτά, η πόλη των ονειρικών πυργίσκων, όπως την περιγράφει ο Matthew Arnold, με την αρχιτεκτονική να αντικατοπτρίζει κάθε πτυχή της ιστορίας της Αγγλίας από την έλευση των Σαξόνων στην νήσο, και τον μουντό, νωχελικό καιρό της, επέδρασε καταλυτικά στην ψυχολογία μου. Μετά την μπόρα του χωρισμού μου με την Ingrid και την εργασιομανία που με κατέλαβε, η οποία λειτούργησε ως διέξοδος από τα προσωπικά μου προβλήματα, έφτασε επιτέλους η στιγμή να καθαρίσει ο ουρανός... Και μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, ίσως και ειρωνικό, το ότι αυτό έγινε στην Οξφόρδη, σε μια πόλη που από τις 365 μέρες του χρόνου οι 364 είναι βροχερές... Όμως δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Καταπιάστηκα για κάποιο χρονικό διάστημα με την Αγγλική λογοτεχνία, από την ρομαντική της εποχή μέχρι τα αγγλοσαξονικά έπη, όπως το Beowulf. Αυτό ενέτεινε το ενδιαφέρον μου για τη Γερμανική και Σκανδιναβική γραμματεία. Θυμήθηκα τα χρόνια των σπουδών μου. Έγραψα κι ένα μικρό, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ανάλαφρο και αισιόδοξο. Κι έχοντας ως εφόδιο μονάχα την ειλικρίνειά μου και ένα αδρό ταλέντο στη συγγραφή, το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτα αφελές, αν και είμαι σίγουρος ότι όσο κι αν καλλιεργήσει ένας λογοτέχνης το ύφος του, ό,τι μπορούσε να γραφτεί μέχρι τώρα -μιλώντας πάντα για το περιεχόμενο μιας ιστορίας- έχει ήδη γραφτεί, κι όχι λίγες φορές. Γιατί είναι η πληροφορία που συσσωρεύεται μέσω της παρατήρησης και της μελέτης που γεννά στους ανθρώπους ερωτήματα. Κι είναι αυτά τα ερωτήματα με τα οποία προβληματίζονται, μεταξύ άλλων, οι λογοτέχνες. Μόνο στο μέλλον μπορεί να ελπίζει κανείς τελικά. Το παρελθόν μας κρατά απλώς συντροφιά, ή κυνηγά ανελέητα όσους από εμάς είναι φύσει αυτοκαταστροφικοί.

Έπειτα από δύο χρόνια παραμονής στην Οξφόρδη ένιωθα πως είχα χαλαρώσει πολύ. Τόσο ώστε αν αφηνόμουν στη ρουτίνα της πόλης αυτής θα άρχιζα να μοιάζω σαν όλους αυτούς τους βαριεστημένους παππούδες που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να πίνουν τσάι και να λαρυγγίζουν διάφορες εκφορές που θύμιζαν Παλαιά Αγγλικά. Την βαρεμάρα μου ήρθαν να ταράξουν τα δυσάρεστα νέα για την αυτοκτονία του αδελφού μου, Δημήτρη. Έσπευσα στην Αθήνα για την κηδεία. Ήμουν αποσβολωμένος. Δεν ήταν ότι η κατάληξη της ζωής του θα μου προκαλούσε έκπληξη, αλλά μην έχοντας βιώσει ξανά την τελεσίδικη απώλεια του θανάτου, δεν κατάφερα να προσαρμοστώ άμεσα στα νέα δεδομένα. Μετά από μερικές μέρες άβολης συνειδητοποίησης επέστρεψα στην Οξφόρδη, χωρίς τα πλάνα μου να περιλαμβάνουν την περαιτέρω παραμονή μου εκεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεχαστώ! Το ανανεωμένο μου ενδιαφέρον στη γλωσσολογία με ώθησε να κάνω μια καινούρια αρχή. Έχοντας κρατήσει ακόμη επαφή με την Gunhild, επέλεξα να μετακομίσω στη Δανία. Παρακολούθησα σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, με ποικίλη θεματολογία. Έχοντας πλέον παθιαστεί με τις Σκανδιναβικές γλώσσες και την ιστορία τους, αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Κοπεγχάγη. Τελικά απέκτησα το 1987 άλλο ένα διδακτορικό, αυτή τη φορά με θέμα τον ρόλο των κοινωνικών τάσεων στην διαμόρφωση του γλωσσικού υποβάθρου ενός δεδομένου πληθυσμού και την επιρροή του πολιτικού σκηνικού σε αυτήν, με μοντέλο την κατάσταση των Σκανδιναβικών χωρών.

Το ίδιο έτος, άφησα για λίγο τις ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις, αναγκασμένος να γυρίσω ξανά στην Ελλάδα. Η υγεία του πατέρα μου είχε επιδεινωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να βρεθώ οπωσδήποτε δίπλα του. Έμεινα για λίγο καιρό στην Αθήνα. Του διάβασα την αυτοβιογραφία μου. Μου εξέφρασε την συγκίνησή του για τα κατορθώματα μου, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινε την πλήρη βαρύτητά τους. Μου είπε ότι τον λύτρωσα από το γεγονός του θανάτου του αδελφού μου. “Κάθε χαμένη ψυχή αντιστοιχεί σε μία άλλη, αποθεωμένη”, μου είπε. Άρχισε να συνειδητοποιεί πολύ αργά στη ζωή του την αξία της ισορροπίας. Θα αρκούσε να μπορεί να μου αποδείξει κάποιος ότι αυτό το γεγονός τον ηρέμησε, αν και αμφιβάλλω. Βίωσα τον θάνατό του ως κάτι που θα άλλαζε την πορεία της ζωής μου αμετάκλητα.

Εργάστηκα για δύο χρόνια στο Πανεπιστημίο της Κοπεγχάγης, έχοντας ξανά θέση λέκτορα. Η πόλη ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την Οξφόρδη, γεμάτη με νέο κόσμο και πολλούς καλλιτέχνες. Ούτε αυτό όμως στάθηκε δυνατό να με κρατήσει σε ένα μέρος για πολύ. Η παλιά μου δίψα για περιπέτεια επανήλθε. Έμαθα ότι υπήρχε μια θέση σε ένα διετές ερευνητικό πρόγραμμα για την εξέλιξη των γλωσσών της Γροιλανδίας μετά από την αποίκησή της από Σκανδιναβούς θαλασσοπόρους του 10ου αιώνα. Η εισαγωγή μου στην ομάδα ήρθε εύκολα.

Η Γροιλανδία δεν μου επιφύλασσε ιδιαίτερες εκπλήξεις. Η έρευνα μας πάνω στον λόγο των Ινουίτ έφερε αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι άνθρωποι ήταν φιλόξενοι και συμπαθείς. Έκαναν ότι μπορούσαν για να μας εξυπηρετήσουν, σε μια περιοχή στην οποία αδυνατώ μέχρι και σήμερα να καταλάβω το τι ακριβώς τους ώθησε να εγκατασταθούν. Είναι διαφορετικό να βρίσκεται κάποιος εκεί περιστασιακά και να απολαμβάνει την εξωτική -σχεδόν εξώκοσμη- ομορφιά, γνωρίζοντας ωστόσο ότι είναι πολύ μακριά από την ασφάλεια των πόλεων, κι άλλο πράγμα να ζει εκεί, μονίμως εκτεθιμένος σε κακουχίες και κινδύνους που λίγα μέρη του κόσμου επιφυλάσσουν. Όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, αυτά τα μέρη, τα επικίνδυνα, δεν είναι για 'μας, τους “αστύθρεφτους”.

Στα 46 μου χρόνια, έχοντας πατήσει το πόδι μου στις ζούγκλες και στα οροπέδια των πιο απομακρυσμένων από τον “πολιτισμό” περιοχών του κόσμου, έχοντας ταξιδέψει μέχρι και στην παγωμένη γη του βορείου πόλου, δεν είχα γνωρίσει ποτέ ουσιαστικό κίνδυνο. Δεν είχα φοβηθεί ποτέ για τη ζωή μου. Εν τέλει συνειδητοποίησα ότι είναι κι αυτό μέσα στο πρόγραμμα. Η πτήση με την οποία θα επιστρέφαμε στη Δανία δεν έμελλε να φτάσει ποτέ στον προορισμό της. Λόγω μηχανικής βλάβης, ο πιλότος έχασε τον προσανατολισμό του και μας οδήγησε στα ανοιχτά του βόρειου παγωμένου ωκεανού. Όταν το σύστημα επανήλθε και το πλήρωμα κατάλαβε πού βρισκόμαστε, δεν υπήρχε πλέον άλλη επιλογή από τον να κάνουμε αναγκαστική προσγείωση στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας. Είχα απογοητευτεί. Δεν ήθελα να περάσω τα Χριστούγεννα σ' ένα ξεχασμένο από τον Θεό μέρος. Και με τις καταιγίδες να μαίνονται αυτήν την εποχή του χρόνου, δεν νομίζω ότι θα παίρναμε άδεια να επιστρέψουμε άμεσα.

Κατά την παραμονή μου στο Λονγκίερμπιαν, την πρωτεύουσα του Σβάλμπαρντ, η απογοήτευσή μου με έκανε να χάσω την ψυχραιμία μου και την υπομονή μου, γεγονός που με οδήγησε σε ακόμη σκοτεινότερα μονοπάτια. Θέλοντας να βρω λίγη γαλήνη, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα. Μόνος μου. Η χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ. Ο καιρός δεν μου φαινόταν απαγορευτικός, αλλά έχοντας μηδενική ικανότητα στην, έστω εμπειρική, πρόγνωση των καιρικών συνθηκών, με πρόλαβε χιονοθύελλα προτού καταφέρω να επιστρέψω στον ξενώνα. Έχασα πλήρως τον προσανατολισμό μου κι άρχισα να περιφέρομαι μάταια στο παγωμένο τοπίο. Η ομίχλη δεν μου επέτρεπε να δω σε περισσότερα από 5 μέτρα απόσταση. Θα μπορούσα κάλλιστα να βρίσκομαι στο όριο της πόλης και να μην το είχα καταλάβει. Μετά από μερικές ταραχώδεις ώρες, βρήκα μια κόγχη στους πρόποδες ενός λόφου. Το ένστικτό μου είχε επιβληθεί στην λογική μου κι έτσι αποφάσισα να περιμένω μέσα στην σπηλιά, μέχρι να κοπάσει η θύελλα. Η δεύτερη χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ...

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

25/04/2012

You talk big
and you stare bold,
while your mind's sick...
Your ideas are old...

And despite your need
that the world should betray you,
for the bitter truth
is too heavy a burden,
in the end it is obvious...

You could always see it
clear as the clearest day
and forever since know
it's yourself whom you betray.
And you fear to ask
"must this go any further?"

I won't give you conclusion...
You may keep talking big...
The more you seek absolution
the more your mind will be sick...

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Beer rules

To be honest, I'm not sure why I have ever started this sentence... To be honest, I don't know why I'm even writing in english! Some things just seem right. Sometimes people need only a loose hook just to start... But I still don't know where to start, even though I have actually started! Let's see...

Getting to know people one has actually acquainted some time ago is fascinating. At least sometimes... And nothing fits better in a good chit-chat than a keg of chill, refreshing weissbier! Even though sometimes it might be better to talk about beer than actually drink! Don't get me wrong. I love beer! Yet talking about it has also a quality of its own. You get to understand what people mean when they say "bitter". And then you are the lucky guy to bring your favorite taste to mind and somehow actually taste it. Heh... Now that's a word I'm using a lot lately. "Actually"...

It's time that people came to realize that whatever is actual for someone might not be or most certainly IS not actual for anybody else in this world. Bitterness differs from bitterness and this kind of rule applies to every possible context or concept.

Talking about rules... People LOVE rules. And rulers... Rammstein have sung about it: "[...] Und halten uns an Regeln / wenn man uns Regel lässt [...]". Rules -and rulers- tend to fulfill man's need for order, to put it mildly. Or man's illusion of order, ACTUALLY.

What's even more irritating, especially when one has had one or two more litres than his usual amount of beer, is the misunderstanding this love of rules has caused, at least here in Greece. Any anglo-saxon has a small list of nouns in his everyday vocabulary, refering to "rule" or similar concepts with meaning assigned to each one accordingly, from which he may choose at any given situation. Here in Greece we have... TWO! "Νόμος" meaning "rule", "regulation" or "law" and "κανόνας" meaning "rule", "regulation", "norm", "canon" and "ruler", the instrument. To be fair we colloquially use the word "νόρμα" too, meaning "norm", yet not quite enough and not with the same connotation as the other two. And there lies a potential misunderstanding.

Using the word "κανόνας" both for "rule" and for "norm", people tend to mix up the two meanings somehow, taking for granted that a "κανόνας" is more often than not something imposed, like a rule, instead of something spontaneous, which is followed by the biggest portion of a population only because it is spontaneous, like a norm.

Well, it seems I'm getting carried away again... Might that mean that I love rules too? Or do I love to hate them? I'll say that's enough for now. Let's get back to beer.

Beer has a unique, almost infinite flexibility. In the most general sense possible, whatever is brewed via imposed fermentation of sugars, derived mostly from cereal grains, is a beer. Even sake, the japanese beverage, also refered to as "rice wine", is in fact more of a beer than a wine. And while people would think blonde, red, or ebony, pale or stark, full or clear when they hear the word "beer", not sake or, say, vinegar -and yes, there is beer vinegar- this is kind of foolish, because they'd miss a lot of flavour out there. Kind of my field of expertise, actually... Missing flavours... That's because of my sense of smell. Or rather my lack of it...

And that's what I believe has happened to people too... They lost their ability to smell. To smell every subtly different attribute in other people, every little daydream, every chance for change. That, I think, occured somewhere along the road of overpopulation. We've become so inconceivably populous that our accumulated reek and stink of loath and delusion has overwhelmed our fragile beauty. Not that there isn't any beauty anymore. There's just no way to see it, covered in fear and chagrin. So, people can now only sense the pungent and violent aromas. Not that they aren't beautiful in their own right, but people tend to mistake intensity for beauty all the more because of that situation...

Anyway, it's been a while and I have yet to find a solid subject to debate on. Maybe I'm forcing it too much. And that's really another thing that matters... Take it as a rule of thumb: norms work better than rules. Forcing something will get you nowhere eight times out of ten. Spontaneity rules! Of course some people thrive under pressure and there are also a lot of people who need rules in their lives, lest they fall apart. But then again they are the ones who have the innate need for rules. They are not forcing anything, even though they want to be forced.

I always liked a nice play on words. But this time I really think I'm getting nowhere with this. So I might as well just stop right now... Well, untill next time we'll contemplate on rules and impulses, beauty and the beast... Drink responsively...

Edit: 13/7/2023, 12:35. Yes, I've been revisiting my old texts every now and then. Those that I find irredeemable I just let be. But some, like this one, still look like is on the right path, even though a bit pretentious. The thing is I disagree with younger Elias on a couple of things. I'll mention two, the most glaring ones in my current opinion. With hindsight and a literal decade of accumulated knowledge, I can now safely say that norms too can very well be imposed, it's just a different mechanism. I was mostly talking about trends and tendencies, not norms. Of course, I wrote that text after having more than my usual amount of beer, so a bit of confusion was in order. Funny how I was confused on the terms and the matter I was accusing others of being confused -not that what I was thinking about how the word κανόνας is used wasn't true, it's just that I too was a bit fuzzy on some details. Number two is a bit more naïve -and, I'd argue, a lot more dangerous- and that's my reference to "overpopulation". Oh, that old bastard Malthus, how influential was he through the ages to younger me, even without having heard his name at that point. Again, what I was saying about people having lost the ability to smell is true, just not for the reasons I was supposing then. On the contrary, it is true precisely because of the imposed norms of selfishness, profit, misanthropy, and general cruelty, vulgarity and cynicism. Bear in mind, future me, that my current references to "selfishness" and "vulgarity" aren't based on any equally naïve and dangerous moralisms, they are but mere representations of the decadence capitalism has imposed on society. Now, as a final note, I will say that perhaps I found this little piece of writing salvageable because I recognised that what I couldn't see clearly then I can see clearly now by connecting the dots the right way and without invoking any imaginary causes this time. Funny thing is that at first it was just a hunch and only as I was closing this errata section did it dawn on me... Let's see what I'll find out in ten years, if anything...

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Γκρήκλις

Δεν έχω σκοπό να σας δώσω έναν λόγο για να χρησιμοποιεί κανείς γκρήκλις. Δεν είμαι ούτε υποστηρικτής τους, ούτε πολέμιός τους. Θα σας πω όμως γιατί δεν τα βρίσκω επικίνδυνα όπως παρουσιάζονται από διάφορους καλοθελητές και λοιπούς τσαρλατάνους.

Φοβάται ο Έλληνας ότι τα greeklish εκφυλίζουν τα Ελληνικά... Αυτό είναι ακριβώς το ίδιο παραμυθάκι που χρησιμοποιούσαν οι κάποτε ανασφαλείς για τον εκφυλισμό των Ελληνικών λόγω της ολοκληρωτικής στροφής από την Καθαρεύουσα στη Δημοτική και από το πολυτονικό στο μονοτονικό... Για να τα δούμε λίγο...

Ξεκινώντας από το πολυτονικό, βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα σύστημα που αποτελεί μια σχετικά φίνα περιγραφή των μορφοφωνητικών κανόνων των Αρχαίων Ελληνικών, η οποία όμως ήταν εντελώς μη πρακτική για το ευρύ κοινό και άχρηστη στην καθημερινότητα, μιας και τα σύμβολα του πολυτονικού δεν είχαν κάποιο εμφανές αντίκρισμα. Αφού οι προαναφερθέντες μορφοφωνητικοί κανόνες πάνε πακέτο με τα Ελληνικά της εποχής του Περικλή και όχι με τα σημερινά, η χρήση του πολυτονικού -της περιγραφής δηλαδή της επίμαχης φωνολογίας- κρίνεται άχρηστη και πλεοναστική στην καθημερινότητα. Ένας γλωσσολόγος ξέρει πού χρησιμεύει η περισπωμένη, ως μέρος μιας περιγραφικής συμβολολογίας, όπως ξέρει επίσης ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τη χρησιμοποιεί κάποιος στον καθημερινό γραπτό λόγο, ούτε καν ένας φιλόλογος. Είναι ένα κατασκεύασμα, κυρίως -αν όχι μόνο- για την ευκολία των ερευνητών και την καύλα των ποιητών. Παρεμπιπτότνως, το ότι είναι κατασκεύασμα δεν το λέω εγώ, ένας "προοδευτικός" που θέλει να "καταστρέψει" οτιδήποτε εθνικό. Το λέει η ίδια η Ιστορία. Το πολυτονικό κατασκευάστηκε τα χρόνια του Βυζαντίου απλό λόγιους της εποχής που είχαν ήδη συνειδητοποιήσει ότι η γλώσσα υπόκειται σε αλλαγές, ως ένας τρόπος να διατηρηθεί στον γραπτό λόγο η φωνολογία μιας ήδη εκκλιπούσας μορφής των Ελληνικών.

Πίσω στα γκρήκλις όμως... Μιλάνε για αποσύνδεση της γλώσσας από την προέλευσή της και κουτσούρεμα της ετυμολογίας της, λόγω εισβολής στην ορθογραφία. Και με τέτοιες αφελής κινδυνολογίες θέλουν να πείσουν ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι το μόνο απολύτως κατάλληλο για να τα εκφράσει όλα αυτά... Ή ότι έχει έστω κάποια σχέση απαραίτητα με όλα αυτά... Αρχικά ας πιάσουμε την ετυμολογία.

Η μόνη σχέση αλφάβητου και ετυμολογίας είναι ότι το πρώτο διευκολύνει την αποτύπωση της τελευταίας στο γραπτό λόγο. Εν τέλει, η ετυμολογία διαμορφώνει και την ορθογραφία, τον τυποποιημένο δηλαδή τρόπο γραπτής αποτύπωσης της γλώσσας, τόσο σε επίπεδο λεξιλογικό όσο και σε επίπεδο μορφοφωνητικών κανόνων. Έχει δε να κάνει και με την παραγωγική μορφολογία -εδώ να σημειώσω ότι η ορολογία που χρησιμοποιώ μπορεί να μην είναι δόκιμη, αλλά με έχουν πλανέψει αυτοί οι βρωμιάρηδες Αγγλοσάξονες... Γι' αυτόν τον σκοπό το ελληνικό αλφάβητο είναι βεβαίως ικανοποιητικά επαρκές. Όσο ακριβώς όμως μπορεί να είναι και το λατινικό, ή οποιοδήποτε αλφάβητο εν πάση περιπτώση, αν υπάρχει αποτελεσματική αντιστοίχηση των γραφημάτων με τα φωνήματα.

Να σας πω ποιος εισβάλει στην ορθογραφία; Το υπουργείο παιδείας και οι τσαπατσούλικες και στείρες μέθοδοί του. Βάζουν τα παιδιά του δημοτικού να μάθουν ορθογραφία μέσω επανάληψης, λες και βρισκόμαστε στο '20 -το 1920- λες και δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Θα πρέπει δηλαδή το παιδί να έχει οπωσδήποτε άσχημη εμπειρία από τη γνωριμία με την ίδια του τη γλώσσα. Και μετά γκρινιάζουν για τα γκρήκλις... Μαλάκες... Εν τω μεταξύ όποιος γράφει ορθογραφημένα Ελληνικά, ακολουθεί συνήθως και μια αυθαίρετη μεν, λειτουργική δε, προσωπική μέθοδο που προσεγγίζει ή θυμίζει την αντίστοιχη ελληνική ορθογραφία. Κοινώς γράφει "ορθογραφημένα" γκρήκλις, κάτι παράδοξο μιας και τα γκρήκλις δεν έχουν τυποποιημένη ορθογραφία.

Μιλώντας όμως για τυποποίηση, λέω να σας παραθέσω ένα πρόβλημα... Αναρωτηθήκατε ποτε τι θα κάνει οποιοσδήποτε Πατρινός με τα "λι" και τα "νι" του, που ακόμη κι εγώ χρειάζεται να τα βάλω σε εισαγωγικά για να καταλάβετε τι εννοώ; Κάποτε υπήρχαν προσφύματα, και μέσα σ' αυτά το j -γιοτ... Γιατί λοιπόν ο Πατρινός να μη γράφει το "λι" ως "lj" ή έστω ως "λj" και το "νι" ως "nj" ή "νj"; Η φωνολογία της πατρινής διαλέκτου δεν έχει δικαίωμα να συνεχιστεί; Ρώτησατε τον Κρητικό αν τον βολεύει το "σ" που χρησιμοποιούν όλοι οι Έλληνες και εκείνος το προφέρει ως "παχύ", φατνιακό;

Προφανώς δεν υποστηρίζω την χρήση των γκρήκλις ως λύση, κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι το εν λόγω "πρόβλημα" δεν είναι όντως πρόβλημα στην πραγματικότητα. Στο σύνολο της Ελληνικής γλώσσας το παχύ "σ" με το δικό μας "σ" είναι αλλόφωνα. Είναι δηλαδή εκφορές του ίδιου συμφώνου που διαμορφώθηκαν αλλιώς από περιοχή σε περιοχή λόγω της διαφορετικής πορείας που πήρε κάθε διάλεκτος. Στην πραγματολογία και σημειολογία όμως, όπως και στην ετυμολογία, δεν έχουν καμία διαφορά... Ένα "σήμερα" με παχύ "σ" σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με ένα "σήμερα" με το "σ" που εκφέρω εγώ. Άρα δεν υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό σύμβολο για το παχύ "σ". Απεναντίας αν γινόταν κάτι τέτοιο θα δυσκόλευε ενδεχομένως την επικοινωνία, γιατί θα δημιουργούσε περιττή κατηγοριοποίηση στην συνολική πληροφορία. Ό,τι ακριβώς συνέβη δηλαδή με το πολυτονικό. Από τη στιγμή που στα νέα ελληνικά το "ά" δεν έχει καμία διαφορά από το "ᾶ", η ταυτόχρονη χρήση των δύο τύπων δημιουργεί περισσότερη σύγχυση παρά καλή κατανόηση. Στο κάτω κάτω αν ο ομιλητής δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την ίδια του τη γλώσσα, δεν θα μπορέσει να επικοινωνήσει και με τους συνομιλητές του. Για να γυρίσουμε όμως στο παράδειγμα με τα παχιά και μη παχιά σίγμα, μια πρακτική εμφανούς διαχωρισμού σε επίπεδο γραφημάτων θα δυσχέραινε εξίσου και την ετυμολογική προσέγγιση ενός λήμματος. Τελικά, μια τέτοια αντιμετώπιση εφαρμοσμένη σε γενικά πλαίσια θα δημιουργούσε ένα σωρό προβλήματα διαιρώντας τον πληθυσμό χωρίς κάποια ουσιαστική χρησιμότητα στον αντίποδα -κρατήστε αυτό το σημείο, μιας και παρακάτω θα αναφερθώ στην αυθόρμητη κανονικοποίηση των greeklish.

Όμως μισό λεπτό... Οι Πατρινοί μιλάνε τη διαλεκτό τους. Οι Κρητικοί επίσης, όπως βέβαια συμβαίνει και με ένα σωρό άλλους Έλληνες... Μιλάμε δηλαδή για ζωντανά γλωσσικά ιδιώματα που εξελίσσονται δυναμικά, συνεχίζοντας μια πορεία αιώνων. Συνδέονται λοιπόν με ένα, ως κάποιο σημείο καταγεγραμμένο, συγκεκριμένο παρελθόν, ακόμη κι αν κατά τα φαινόμενα δεν είχαν το απολύτως κατάλληλο και ταιριαστό εργαλείο-αλφάβητο για να εκφραστούν γραπτά... Τι δεν έπαθαν αυτές οι διάλεκτοι; Δεν "εκφυλίστηκαν"... Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι η διάκριση διαλέκτου και γλώσσας είναι ένα τεχνικό ζήτημα και καμία σχέση δεν έχει με την φαινόμενη κοινή περί αυτής αντίληψη. Στην πραγματικότητα, ο όρος "γλώσσα" είναι πρακτικά ταυτόσημος με τον όρο "διάλεκτος" σε ό,τι αφορά την καθημερινή τους χρήση -ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Στις σύγχρονες όμως κοινωνίες των εθνικών κρατών, κρίθηκαν αναγκαία τα κατασκευάσματα που ονομάστηκαν "επίσημες γλώσσες" στην προσπάθεια ενίσχυσης του αισθήματος κοινής ταυτότητας των πολιτών. Εν τέλει, "γλώσσα είναι μια διάλεκτος με δικό της στρατό, ναυτικό και αεροπορία"...

Ας συνεχίσουμε όμως με τις διαλέκτους, τις γλώσσες και την διαιώνισή τους κι ας πιάσουμε κάτι που αναφέρθηκε στην αρχή και δεν αναλύθηκε ακόμη. Τι μπορεί λοιπόν να πει κάποιος για την Καθαρεύουσα; Το μόνο που θα πω εγώ είναι ότι λάθη γίνονται και στις καλύτερες οικογένειες. Η Καθαρεύουσα ήταν μια χονδροειδέστατη ιδεολογική πατάτα που μόνο σκοπό είχε την ενίσχυση των ταξικών διακρίσεων. Αλλά, είπαμε, εγώ είμαι ο "προοδευτικός" που εχθρεύεται κάθετι εθνικό... Βέβαια αυτά τα λένε όσοι συνειδητά και τεχνιέντως συγχέουν το εθνικό με το εθνικιστικό, αλλά τι 'α κάν'ς; Σε κάθε περίπτωση είναι λάθος να προσποιείται κάποιος, πόσω μάλλον να πιστεύει, ότι μιλάει σωστά Ελληνικά επειδή χρησιμοποιεί αδρές ανακατασκευές οι οποίες στο εθνικιστικό φαντασιακό ταυτίζονται με την ιστορική πραγματικότητα... Κι ούτως ή άλλως δεν νομίζω ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνεχής πλύση εγκεφάλου υπέρ της "ορθής χρήσης" της γλώσσας. Από εκεί ξεκινήσαμε απόψε, άλλωστε. Και σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις άνθρωποι πασχίζουν να χρησιμοποιήσουν αρχαΐζοντες, εσφαλμένα κατασκευασμένους τύπους -όπως για παράδειγμα "αναπτύχθει" έναντι των ορθότερων "ανΕπτύχθΗ" και "αναπτύχθηκε"- χωρίς καν να είναι σε θέση να διαχωρίσουν τα γένη σε μια αντωνυμία. Κι όλο αυτό μόνο και μόνο επειδή έχουν πειστεί ότι ένας αρχαΐζων τύπος είναι πιο "όμορφος" ή τους προσδίδει άλλο κύρος -αλίμονο αν δεν θέλαμε να επιβάλλουμε ταξικές ανισότητες με κριτήριο τη γλώσσα, μαλάκες είμαστε να πρωτοτυπήσουμε;- άρα είναι αυτόματα και σωστός... Θεωρητικά λοιπόν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Καθαρεύουσα λειτούργησε ακόμη και ως τροχοπέδη στην γλωσσική ανάπτυξη του ελληνικού λαού. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει εν τέλει, κυρίως επειδή η γλώσσα δεν λειτουργεί βάσει των επιφανειακών σταθερών που συνηθίζουμε να αναγνωρίζουμε. Το αντίθετο συνέβη ουσιαστικά. Η πραγματική, φυσική γλώσσα λειτούργησε ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Καθαρεύουσας και τελικά της επιβλήθηκε. Το κάνει γενικά αυτό η γλώσσα. Δεν φοβάται ούτε τα κατασκευάσματα, ούτε τις τακτικές απόκρυψης είτε αυτές είναι ασυνείδητες είτε εσκεμμένες. Σε ποιες τακτικές απόκρυψης αναφέρομαι; Για να δούμε...

Στην Καρδίτσα δεν κάνει ζέστη... Κάνει ζέστΑ... Η τυπολογία της νέας ελληνικής χρησιμοποιεί το γράμμα ήτα για να δηλώσει την κατάληξη ουσιαστικών θηλυκού γένους, ενικού αριθμού -και όχι μόνο. Η χρήση της κατάληξης -α σε αυτήν την περίπτωση δεν προβλέπεται πουθενά από την γραμματική που διδάχθηκε κάθε ελληνόπουλο που έβγαλε δημοτικό, ισχύει όμως στην εν λόγω διάλεκτο. Γι' αυτό, το -η και το -α, σε αυτήν την περίπτωση θεωρούνται αλλόμορφα. Χρησιμοποιούνται για τον ίδιο λόγο και το γεγονός ότι είναι διαφορετικά φωνήματα και εκφράζονται γραπτώς με διαφορετικά γραφήματα δεν αλλάζει το νόημα του μορφήματος. Και υπάρχει πολύ καλός λόγος γι' αυτό, μιας και οι δύο τύποι έχουν προέλθει από έναν κοινό στο παρελθόν ο οποίος εκφερόταν με κάποιας μορφής εμπρόσθιο, ανοιχτό, μακρό φωνήεν, το οποίο αναπαριστόταν γραπτώς από το γράμμα Η αλλά ακουστικά δεν είχε καμία σχέση με το φώνημα το οποίο αναπαριστάται γραπτώς από το γράμμα Η/η την σήμερον. Αυτό το φωνήεν, με το ταξίδι του στο χρόνο, τράπηκε σε κάτι σαν ένα μακρό "α" από κάποιους πληθυσμούς, ακόμη πιο ανοιχτό και με ελαφρή οπίσθια τροπή, ενώ από άλλους σε ένα πιο κλειστό, το οποίο έδωσε τη σημερινή μορφή του φωνήματος που αναπαριστάται γραπτώς από το γράμμα Η/η σήμερα, έπειτα από συγχώνευση με το αντίστοιχο που αναπαριστάται από το Ι/ι. Τουτέστιν, οι Καρδιτσιώτες όχι μόνο δεν μιλάνε λάθος Ελληνικά, αλλά είναι η ζωντανή απόδειξη το σχολείο μάς μαθαίνει τα Αρχαία Ελληνικά λάθος -άλλου παπά ευαγγέλιο. Ωστόσο, αν ένας Καρδιτσιώτης γράψει "ζέστα", οι υπόλοιποι καρδιτσιώτες θα καταλάβουν ότι εννοεί αυτό που εγώ αποκαλώ "ζέστη". Ακόμη κι εγώ μια χαρά θα καταλάβω τι λέει, όπως συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις, τουλάχιστον όταν δεν είναι κάτι διαλεκτικά εντονότερο. Σε κάθε περίπτωση οι Καρδιτσιώτες, οι Κρητικοί, οι Μανιάτες, οι Δωδεκανήσιοι και οι υπόλοιποι ομιλητές των διάφορων ελληνικών γλωσσών έχουν τη δυνατότητα να διαιωνίσουν τη διαλεκτό τους, ανεξάρτητα από το τι γράφουν και με ποιο αλφάβητο. Τι δεν έπαθε η Καρδιτσιώτικη διάλεκτος; Δεν εκφυλίστηκε...

Σε τελική ανάλυση, κανείς Καρδιτσιώτης δεν διδάχτηκε ποτέ ότι το -α στο ζέστα είναι κατάληξη ουσιαστικών γένους θηλυκού, αριθμού ενικού. Τουναντίων, όλοι διδάσκονται ότι η "σωστή" κατάληξη είναι το -η. Κι όμως στην Καρδίτσα λένε ζέστΑ εδώ και πολλές γενιές με απόλυτη συνέπεια, μιας και είναι μορφοφωνητικός κανόνας της εν λόγω διαλέκτου. Κανείς Πατρινός δεν εφοδιάστηκε με προσφύματα, ή οποιοδήποτε άλλο σύμβολο για να γράφει τα "λι" και τα "νι" του. Κι όμως τόσες και τόσες γενιές πατρινών επιμένουν να μιλάνε λες και δεν μπορούν να ελέγξουν τους μύες της γλώσσας τους. Ποτέ κανείς Κύπριος δεν εφοδιάστηκε με σημεία που να υποδηλώνουν τη μουσικότητα του ιδιώματός του. Κι όμως οι Κύπριοι μιλάνε ακόμη όπως σχεδόν τραγουδάνε. Η γενιά των γονιών μου διδασκόταν ακόμη την καθαρεύουσα. Όπως και η γενιά των δικών τους γονιών. Ακούτε κανέναν να μιλάει καθαρεύουσα, πέρα από κάτι γελοίους ή γραφικούς τύπους; Άλλαξε η καθαρεύουσα την αυθόρμητη πορεία των Ελληνικών; Ναι, σαφώς, όμως μόνο το κομμάτι που ήταν εξ αρχής μέρος αυτής της πορείας. Κι η στροφή από πολυτονικό σε μονοτονικό; Χάλασε το σύμπαν, ε; Μόνο σύμφωνα με κάτι γραφικούς...

Τόσο λοιπόν ένα αλφάβητο όσο και η ορθογραφία μιας γλώσσας δεν εξυπηρετούν μόνο έναν σκοπό, αλλά μια πλειάδα σκοπών. Το ελληνικό κράτος χρησιμοποιεί το αλφάβητο που ως τώρα έχει καταγεγραμμένα μια καλή ισορροπία μεταξύ της ετυμολογικής του δυνατότητας, της δυνατότητας καταγραφής του φωνολογικού υποβάθρου της γλώσσας, της ευχρηστίας του, της οικειότητας του λαού με αυτό, των αδιαμφισβήτητων ιστορικών δεσμών και πολλών άλλων παραγόντων... Αυτό δεν σημαίνει ότι κανένα άλλο αλφάβητο δεν μας κάνει γι' αυτή τη δουλειά. Ή για οποιαδήποτε άλλη δουλειά όπως ας πούμε η αυτοπροβολή, η δήλωση διαφορετικότητας ή η χρήση μιας κοινωνιολέκτου... Ένα οποιοδήποτε δεκαπεντάχρονο με τα μυαλά στα κάγκελα δεν ενδιαφέρεται ούτε για τα θετικά στοιχεία ούτε για το μέλλον του ελληνικού αλφαβήτου και καλά κάνει, από τη στιγμή που μπορεί να έχει μια εξίσου ικανοποιητική γραπτή επικοινωνία η οποία θα είναι και πιο c00l!!! Και πιο κουλ είναι αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, είτε θετική είτε αρνητική... Όσοι πολεμούν τα γκρήκλις με κινδυνολογίες και μπαρμπαδοσοφίες ενδυναμώνουν στην πραγματικότητα τη χρήση τους. Κι εδώ έρχεται να συμπληρωθεί το σημείο του παζλ με την κανονικοποίηση των γκρήκλις. Τα γκρηκλις έχουν κανόνες. Πρώτ' απ' όλα βέβαια, είναι καλό να υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι είναι ένας κανόνας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους ότι κανόνες είναι ένα σύνολο από πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται επειδή είναι γραμμένες σε κάποιο εγχειρίδιο. Οι πραγματικοί κανόνες είναι αυτοί που ορίζονται από τις τάσεις που καταλήγουν να γίνονται νόρμες. Οι πραγματικοί κανόνες είναι αυτοί που ακολουθούνται αυθόρμητα από το σύνολο ή ένα μεγάλο μέρος του συνόλου ενός πληθυσμού. Στην πραγματικότητα ακόμη και οι καταγεγραμμένες πρακτικές έχουν καταγραφεί ως τέτοιες επειδή έχει παρατηρηθεί κάποια στιγμή στο παρελθόν ότι ισχύουν και ακολουθούνται αυθόρμητα. Η γραμματική λοιπόν και οι "κανόνες" της υπόκεινται στις τάσεις, τις πιέσεις και το αποτέλεσμα της διαμόρφωσης της γλώσσας, δεν υπόκειται η γλώσσα στους γραμματικούς κανόνες. Οι γραμματικοί κανόνες δεν είναι κάτι ιερό, είναι απλά μια περιγραφή της κατάστασης μιας γλώσσας την εκάστοτε στιγμή. Οποιοδήποτε εργαλείο χρησιμοποιείται για την τέλεση ενός συγκεκριμένου σκοπού λοιπόν υπόκειται στις τάσεις και τις πιέσεις που δέχονται οι χρήστες του. Έτσι και τα γκρήκλις. Τα γκρήκλις δεν είναι ένα αλφάβητο, είναι στην πραγματικότητα μια πλειάδα αλφαβήτων. Διαφορετικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικά σύμβολα για διαφορετικούς λόγους. Οι και-καλά-ζόρικοι-μα-συνάμα-ευαίσθητοι έφηβοι -σε αυτήν την περίπτωση γνωστοί και ως κάγκουρες- χρησιμοποιούν το γράμμα "c" στη θέση της συλλαβής "σε", το "n" στη θέση της λέξης "να" και το "s" στη θέση της λέξης "σου", διαμορφώνοντας έτσι ένα καινοτόμο -η πολύ οπισθοδρομικό, ανάλογα τη σκοπιά από την οποία εξετάζεται το ζήτημα- μεικτό σύστημα γραφής το οποίο προέρχεται από το λατινικό αλφάβητο. Στην προσπάθειά τους να αυτοπροσδιοριστούν ως υποσύνολο μέσα σε μια μεγαλύτερη μάζα, δημιουργούν ένα σύστημα γραφής που περιέχει ταυτοχρόνως γράμματα, ιδεογράμματα και συλλαβογράμματα. Όχι ότι κάτι τέτοιο διαφέρει πολύ από τον τρόπο που λειτουργεί σχεδόν κάθε αλφάβητο, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού. Απλά γίνεται πολύ εμφανέστερο. Ασφαλώς μπορεί να μην υπάρχει πλήρης και απόλυτη τυποποίηση, εδώ όμως μιλάμε για κανονικοποίηση. Αυθόρμητη χρήση ενός εκτεταμένου συνόλου υποδείξεων η οποία συμβαδίζει ενίοτε ακόμη και με την υιοθέτηση μιας ολόκληρης υποκουλτούρας. Το ίδιο συνέβη και με τους 13375P34K3R5, που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ως γράμματα τα γραφήματα που χρησιμοποιούν "όλοι οι υπόλοιποι" ως αριθμούς. Εγώ προσωπικά, ώντας ψυχαναγκαστικός, προτιμώ να χρησιμοποιώ γραφήματα που θυμίζουν τα αντίστοιχα ελληνικά όταν γράφω γκρήκλις, dhladh grafw kapws etsi... Άλλοι γράφουν πολύ απλοποιημένα, diladi malon kapos etsi. Πέραν του σταδίου του πειραματισμού όμως, και πέραν των περιπτώσεων στις οποίες υιοθετείται διαφορετικό προσωπείο, κανείς δε γράφει μία έτσι και μία αλλιώς.

Υπάρχει ένα ιδιαιτέρως ευρύ φάσμα μεθόδων, αντιλήψεων και πρακτικών που ακολουθούνται από τους ανθρώπους και διαμορφώνουν το γλωσσικό τους υπόβαθρο. Έτσι, σε κάθε σημείο αυτού του φάσματος συναντούμε και διαφορετική διάλεκτο, ιδιόλεκτο ή κοινωνιόλεκτο, η οποία χρησιμοποιείται για διαφορετικούς λόγους και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις ακόμη και με αστείες έως και περίεργες σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα και τα Νέα Ελληνικά είναι σε μεγάλο βαθμό μια τυποποιημένη εκδοχή κάποιων διαλέκτων που τύγχαναν ευρείας χρήσης στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας σε παλαιότερες εποχές. Όλοι οι Έλληνες διδάσκονται μία Νέα Ελληνική "γλώσσα" με ένα αλφάβητο κυρίως για πρακτικούς λόγους... Μιλάνε όλοι οι Έλληνες με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας; Προφανώς όχι. Έχουν αντιμετωπίσει τα Ελληνικά πρόβλημα στο να διαιωνιστούν, κρατώντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με το παρελθόν τους; Ακόμη κι αν έχουν περάσει ένα σωρό λαοί από τον ελλαδικό χώρο, με ένα σωρό διαφορετικά γλωσσικά υπόβαθρα... Απ' ό,τι φαίνεται, όχι... Αν χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις μας από την Ιστορία για να προσεγγίσουμε το ζήτημα, θα δούμε ότι οι Έλληνες, ανά περιοχές και περιόδους, πέρασαν από ρωμαιοκρατία, βενετοκρατία, φραγκοκρατία, αραβοκρατία, τουρκοκρατία και άλλες τόσες -κρατίες... Οι τοπικές διάλεκτοι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στο επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα. Αντ' αυτού ο Καποδίστριας μάς έβαλε την λέξη "κράτος" στη θέση της λέξης "ντεβλέτι", γιατί το "ντεβλέτι" είναι εξελληνισμένος τύπος του αραβικού دولة (dawlat), το οποίο μας ήρθε μέσω των Τουρκικών. Φαίνεται ότι χρειαζόταν λοιπόν μια σύνδεση με το παρελθόν μετά από την απελευθέρωση, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει απόλυτη εννοιολογική συνέπεια με το αρχικό νόημα της ελληνικής λέξης "κράτος". Εφευρέθηκαν λέξεις όπως το "ποδήλατο", που ετυμολογικά ισχύει μια χαρά, τραβάει ρίζες από Αρχαία Ελληνικά και είναι επίσης φυσικότατη ως ελληνική λέξη, αλλά δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ προ Καποδίστρια. Δεν άλλαξαν όμως ποτέ λέξεις όπως ζάχαρη, δάνειο από τα αραβικά ξανά... Γιατί χρειαζόταν μια συνεκτική ελληνική γλώσσα, σύγχρονη με την εποχή της, που ωστόσο να παραμένει οικεία και πρακτική στη χρήση για τον πολύ κόσμο... Παρ' όλ' αυτά, διαλέκτους η ελληνική γλώσσα έχει ακόμη αμέτρητες. Και όπως έχει γίνει πλέον προφανές, οι διάλεκτοι αυτές συνδέονται άρρηκτα με το παρελθόν τους, και κατ' επέκταση το παρελθόν των Ελληνικών συνολικά, υπό περιπτώσεις πολύ αμεσότερα μάλιστα απ'όσο συνδέονται τα Νέα Ελληνικά, ως διάλεκτος αντιστοίχως, με τα αρχαία.

Εκφύλισε τη γλώσσα η συνεχής μεταστροφή από μια κατάσταση σε μια άλλη, ή ακόμη και η επιβεβλημένη χρήση ενός γλωσσικού προτύπου; Το αντίθετο μάλλον. Την διάνθισε. Την εμπλούτισε. Την διαιώνισε...

Υπάρχουν φυσικά και διάλεκτοι των Ελληνικών που δεν μιλιούνται πια... Υπάρχουν γλώσσες, χιλιάδες γλώσσες που δεν μιλιούνται πια... Αυτό ναι, είναι πραγματικός εκφυλισμός. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα που ο εκφυλισμός επιβλήθηκε, έγινε είτε εν αγνοία, είτε εν γνώσει τόσο αυτών που τον επέβαλαν όσο και αυτών στους οποίους επιβλήθηκε. Οι γλώσσες όμως υπακούν σε εξελικτικούς κανόνες παρόμοιους και ανάλογους, με αυτούς στους οποίους υπακούει η έμβια ύλη. Κι αυτό γιατί η γλώσσα, όχι η Ελληνική ή η Κινέζικη αλλά η κατάσταση της ομιλίας, είναι κάτι οργανικό. Μάλιστα, ως δευτερεύον σχόλιο αξίζει να σημειωθεί ότι η γλώσσα είναι μέρος της ανθρώπινης εξέλιξης. Εν πάση περιπτώσει το συμπέρασμα είναι ένα. Εάν μια γλώσσα δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που τίθενται δεν θα επιβιώσει, είτε μιλάμε για διάλεκτο είτε για την επίσημη γλώσσα ενός κράτους. Ο γλωσσικός πλούτος ενός λαού είναι μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς αδιαμφισβήτητα και αν δεν διατηρείται ζωντανός, το λιγότερο που μπορεί να γίνει είναι να καταγράφεται προς διευκόλυνση των επόμενων γενεών. Το θέμα είναι όμως ότι οι διαδικασίες που θα οδηγήσουν είτε στον μαρασμό μιας γλώσσας, είτε στη διατήρησή της ως λειτουργικό εργαλείο επικοινωνίας είναι ως επί τω πλείστω ασυνείδητες και συλλογικές.

Επειδή ξεφύγαμε όμως από τα γκρήκλις, που δεν είναι γλώσσα αλλά μέθοδος γραφής, ας δούμε έναν παραλληλισμό...

Τουρκικό αλφάβητο δεν υπάρχει -αν και αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές... Στην αρχαιότητα, πολύ πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο, πρώτου καν υιοθετήσουν το αραβικό αλφάβητο, χρησιμοποιούσαν το αλφάβητο Orkhon. Αυτό όμως δεν επέζησε... Επίσης η Τουρκική γλώσσα έχει ένα σωρό δάνειες και αντιδάνειες λέξεις από αραβικά, περσικά, ελληνικά και αγγλικά... Κάνουν όλ' αυτά την Τουρκική γλώσσα κάτι άλλο εκτος από Τουρκική; Την κάνουν έστω λιγότερο Τουρκική; Όχι. Ήταν όλ' αυτά μια φυσιολογική εξέλιξη; Ναι.

Ελληνικό αλφάβητο υπάρχει; Ναι, σαφώς και υπάρχει κι έχει αλλάξει ένα σωρό μορφές. Ίσως όχι πολύ ριζικά, ωστόσο έχει αλλάξει. Ανεξάρτητα από πού προήλθε -το οποίο είναι γνωστό τοις πάσι, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι- το ελληνικό αλφάβητο είναι αυτό που χρησιμοποιείται για να αποτυπωθεί η Ελληνική γλώσσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο με αυτό το αλφάβητο μπορεί να αποτυπωθεί η Ελληνική γλώσσα, ή ότι χρειάζεται απαραίτητα αλφάβητο. Θα μπορούσε να εκφραστεί και με συλλαβογράμματα. Για την ακρίβεια έχει ήδη εκφραστεί σε τουλάχιστον ένα χρονικό σημείο στην ανθρώπινη ιστορία με συλλαβογράμματα. Οι Μυκηναίοι έγραφαν με τη γραμμική Β'. Οι Μυκηναίοι ήταν ελληνικό φύλο. Η γραμμική Β' ήταν συλλαβογραφικό σύστημα γραφής, με λειτουργία παρόμοια με αυτήν των γιαπωνέζικων kana, όπου κάθε γράφημα αντιστοιχεί κατά κανόνα σε ένα ζεύγος φωνημάτων και όχι σε ένα φώνημα. Έπειτα από την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος που σηματοδότησε πρακτικά και το τέλος της Εποχής του Χαλκού οι Έλληνες υιοθέτησαν το αλφαβητικό σύστημα γραφής. Εκφυλίστηκαν τα Ελληνικά από μια τόσο ριζική αλλαγή; Για να πάρετε μια γεύση του τι σημαίνει ριζική αλλαγή σκεφτείτε τους εαυτούς σας να γράφουν Ελληνικά με ιδεογράμματα... Παρά λοιπόν αυτήν την πραγματικά κοσμογονική αλλαγή, ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε κομμάτια από τη γλώσσα των Μυκηναίων. Κάθε γλώσσα υποστηρίζει βεβαίως καλύτερα κάποια συστήματα γραφής από κάποια άλλα. Ωστόσο από τη στιγμή που μιλάμε για αλφάβητα, η ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να γραφτεί ανετότατα με το λατινικό αλφάβητο, μιας και τα δύο εμπίπτουν όχι απλά στην ίδια κατηγορία συστημάτων γραφής, αλλά στην ίδια οικογένεια αλφαβήτων. Στο κάτω κάτω το λατινικό αλφάβητο είναι μια εξέλιξη του Ευβοϊκού αλφαβητου, ενός ελληνικού δηλαδή αλφαβήτου.

Ναι, η Ευρώπη, το περισσότερο μέρος της Αμερικής, ένα μεγάλο κομμάτι της Αφρικής και αρκετοί λαοί στην Ασία και την Ωκεανία γράφουν με λατινικό αλφάβητο... Γράφουν δηλαδή με την τροποποίηση ενός ελληνικού αλφαβήτου. Για να μην πιάσουμε και τα κυριλλικά αλφάβητα. Περίπου το σαράντα τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί ουσιαστικά μια μορφή, μια ανακατασκευασμένη εικόνα, του ελληνικού αλφαβήτου, πράγμα το οποίο αποτελεί μεν προϊόν της Αποικιοκρατίας και του Δυτικού Ιμπεριαλισμού, ωστόσο, αντί έστω να το εκμεταλλευτούμε ως γεγονός, εμείς οι Έλληνες με την ανοησία που μας δέρνει σνομπάρουμε τη χρήση του γιατί είναι "μόνω αιλυνικά ουγκ" -κι αν μπορούσα και το "ουγκ" να το γράψω ανορθόγραφα θα το έκανα. Και έχουμε πιστέψει τόσο πολύ στη μαλακία μας που φοβόμαστε ότι θα εκφυλίσει και τη γλώσσα μας... Γιατί "καταστρέφει την ορθογραφία"... Συμπέρασμα; Όλο αυτό είναι ενα αφήγημα το οποίο εξυπηρετεί πολιτικά παιχνίδια, το οποίο όσοι προωθούν ενεργά βασίζονται σε στοιχεία τόσο ακράδαντα όσο του Λιακόπουλου...

Εν τέλει και τα Ελληνικά, τα οποία παρεπιπτόντως έχουν και ένα σωρό δάνειες και αντιδάνειες λέξεις από αραβικά, τουρκικά, ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά -μιλάμε κάθε μέρα για πόρτες, καφέδες, κεφτέδες, κέφια, ζάχαρες, κέτσαπ, καναπέδες, παπούτσια, ντουλάπια, σοβάδες, περβάζια, πατζούρια, ασανσέρ, καλοριφέρ, σόου, τοστ, μπέικον, πίτσες, μανό, ρεσό, σαμπό, σκαμπό, πλατό, στυλό ή στυλούς και ένα σωρό άλλα- μπορεί κάποια στιγμή να γράφονται με λατινικό αλφάβητο... Μπορεί κάποια στιγμή να γράφονται με κινέζικα ιδεογράμματα! Θα είναι λιγότερο ελληνικά; Όχι! Μόνο αν η γλώσσα καταλήξει να μιλιέται από μια χούφτα ανθρώπους, θα μπορεί να χαρακτηριστεί εκφυλισμένη και η μοίρα της μη αναστρέψιμη. Προς το παρόν μιλιέται από τουλάχιστον 15 εκατομμύρια ανθρώπους. Και πραγματικά, μετά από 34 αιώνες καταγεγραμμένης ελληνικής γλωσσικής ιστορίας, μετά από τόσες και τόσες αλλαγές φοβάστε τα γκρήκλις; Καταλαβαίνετε γιατί μου ακούγεται αστείο; Και ΝΑΙ, "ΣΤΥΛΟYΣ", φιλόλογε της πλάκας, ΣΤΥ-ΛΟYΣ. Εσύ που λες για άκλιτες ξένες λέξεις την επόμενη φορά να παραγγείλεις δυο πίτσα, τρεις καφέ και πέντε μπίρα, καραγκιόζη. Άκλιτες είναι οι λέξεις των οποίων η φωνοτακτική δεν συμφωνεί με την αντίστοιχη ελληνική. Αν συμφωνεί, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να είναι άκλιτη. Πολλές φορές μάλιστα, με το δανεισμό εξαναγκάζεται η δάνεια λέξη να συμφωνίσει -όπως έγινε φέρ' ειπείν με το παπούτσι, αλλά όχι με την κέτσαπ.

Η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό. Διαμορφώνεται ανάλογα με την εποχή, εξελίσσεται όσο περνάει ο καιρός και τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει αυτήν την διαδικασία. Κατά βάση, όταν σταματήσει αυτή η διαδικασία τότε είναι που η γλώσσα εκφυλίζεται. Μια γλώσσα η οποία έχει πάψει να εξελίσσεται είναι μια εκφυλισμένη γλώσσα. Και σας παρακαλώ αποτινάξτε από πάνω σας οποιοδήποτε αίσθημα κούφιας προγονολαγνείας. Ναι, ξαναγίνομαι ο "προοδευτικός" που μισεί το έθνος σύμφωνα με κάτι γραφικούς, εδώ όμως παραθέτουμε απλώς δεδομένα, δεν ψάχνουμε σαν κομπλεξικά δεκαπεντάχρονα να δούμε ποιος λαός την έχει μεγαλύτερη -την ιστορία του. Μην συγχέετε την έννοια της εξέλιξης με αυτήν της προόδου. Η εξέλιξη είναι κάτι που συμβαίνει, είναι πολλές φορές έξω από τα ανθρώπινα μέτρα και δεν έχει να κάνει με καμία αφελή ηθικολογία. Έχει να κάνει μόνο με τη συσσώρευση πληροφορίας σε μια χρονική πορεία προς και τη διαμόρφωση του συστήματος λόγω της συσσώρευσης αυτής. Δεν είναι μία σκόπιμη διαδικασία. Οι πληροφορίες δεν είναι καλές ή κακές, ούτε τα συστήματα γίνονται καλύτερα ή χειρότερα. Το μόνο που γίνονται είναι περισσότερο ή λιγότερο λειτουργικά, χωρίς όμως να είναι στόχος να γίνουν είτε το ένα είτε το άλλο. Το καλό ή κακό αποτέλεσμα, η έννοια της προόδου και της οπισθοδρόμησης επιβάλλονται από τα αφηγήματα και τη στόχευση των ανθρώπων.

Ένα αλφάβητο είναι απλά ένα αλφάβητο. Μπορεί ένας λαός να εφηύρε το αλφάβητο με το οποίο εκφράζει γραπτά τη γλώσσα του, ή μπορεί να το δανείστηκε. Καμία σημασία δεν έχει αυτό για την εν λόγω γλώσσα και στην πραγματικότητα πολύ περισσότερη επιρροή ασκεί η εκάστοτε γλώσσα στο εκάστοτε σύστημα γραφής παρά το σύστημα γραφής στη γλώσσα.

Θα μπορούσα βέβαια να μην αναλύσω τίποτα απ' όλα αυτά και να αναφέρω απλούστατα ότι υπάρχουν σίγουρα εκατοντάδες -αν όχι χιλιάδες- γλώσσες που ακόμη και σήμερα δεν γράφονται. Σύμφωνα με το ηλίθιο επιχείρημα περί εκφυλισμού μιας γλώσσας λόγω "λάθος τρόπου γραφής" της, μια γλώσσα που πάσχει από ολοκληρωτική έλλειψη γραφής δεν θα έπρεπε καν να μιλιέται. Κι αν το πάω λίγο παραπέρα και αναφέρω ότι για χιλιάδες χρόνια οι γλώσσες είχαν μόνο προφορικό λόγο, τι θα γίνει; Βραχυκύκλωμα και πενταπλό εγκεφαλικό; Η γλώσσα είναι ομιλία. Η γραφή είναι μια εφεύρεση, ένα πολιτισμικό απότοκο κι εν τέλει ένας τρόπος διευκόλυνσης της επικοινωνίας μεταξύ άλλων. Δεν λέω βέβαια ότι δεν είναι κάτι σημαντικό... Φυσικά και είναι... Δεν είναι όμως η βάση της γλώσσας, είναι στην καλύτερη ένα επιφανειακό κομμάτι της.

Τελικό συμπέρασμα; Προσέξτε με τι ταυτίζεστε γιατί πολλά από αυτά που μας έχουν μάθει να ταυτιζόμαστε είναι εντελώς λάθος. Κι όσο για τα γκρήκλις πείτε μου ότι σας πειράζουν αισθητικά. Ναι, το δέχομαι αδιαπραγμάτευτα... Όλα τ' άλλα είναι για τους ανασφαλείς ή τους αφελείς...

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

A response...

The idea of no afterlife is consistent with atheism. That much is true. But stating that morality would be of no concern to an atheist, is totally irrelevant to any discussion about afterlife. Any attempt to correlate morality with an afterlife makes me think that your sole purpose in life is to expect god's approval, especially if the statement goes as follows...

"If you don't believe in God then you have no hope in any case and morality should not be an issue for you"

I find this rationale really strange for devoted christians... It's like admitting that if you didn't expect god's approval in the end, you wouldn't be morally wholesome... So much for NOT expecting something in return and instead being a sincere altruist?

After all, morality is of the utmost importance to many atheists. And that's because morality should have as little to do with belief as possible. Much more important indeed are moral values for everyone who does not believe in an afterlife, as they want to live their only chance in existence in the best way possible. Thus, morality assumes a far more practical role as it keeps societies alive and functional. Not that it should be treated with more respect than it's worth or adhered to unconditionally and without question, lest we follow in the footsteps of Kant...

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Διάλλειμα...

Τι νέα;

Βρέχει...

Θα βρέχει

Απόψε θα βρέχει...

Είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Οι μετεωρολόγοι είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Απόψε θα βρέχει...

Θα βρέχει...

Βρέχει...

Τι νέα;

Βρέχει...


Καρκινική συζήτηση σε αδιάκοπη λούπα...



Κανείς τους δεν έχει νέα...

Όλες τους οι συζητήσεις είναι καρκινικές...

Όλες τους οι σκέψεις έχουν υποχωρήσει

μπρος στον καλπάζοντα καρκίνο της βαρεμάρας...



Η λιγοστή φρεσκάδα που έχει απομείνει

αδυνατεί ν' αντιπαλέψει την αποσύνθεση.

Κι η νοσταλγία από τον απόηχο της παλιάς δόξας

έχει μεταμορφωθεί στην βαθύτερη θλίψη...

Κι όμως η έμπνευση υπάρχει ακόμη.

Βρίσκεται στο κείμενο ενός φίλου,

στην οθόνη ενός υπολογιστη,

στο πιο πολυακουσμένο τραγούδι...



Η έμπνευση πεθαίνει μετά κι από την ελπίδα τελικά.

Γιατί βρίσκει τροφή στον θάνατο

κι εκφέρεται μέσα από την ξαφνική αλλαγή...

Κι είναι καιρός που φέρνει αλλαγή ο βροχερός καιρός...

Κι είναι επιτέλους καιρός να έρθει η αλλαγή,

ακόμη κι αν αυτή καταστρέψει τους απεγνωσμένους

κι εκμηδενίσει τα πάντα εκτός από το καρκίνωμα...



Ας βρέξει λοιπόν!

Κι ας βρέξει δυνατά, έντονα, μανιωδώς!

Κι ας παρασύρει η βροχή όλες τις άλλες τους σκέψεις!

Ας αφήσει μόνο το καρκίνωμα...



Πάντα μου άρεσε η βροχή...

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Ritual

The omen has now been sung
in the dreams of the mute wren
And thus our body is torn open,
hidden from fate's ken.

Our chalice of life
has become a fen of death.
The shroudclad bearer of destiny
forces his scythe between our breadth.

The warmth of blood is filling my mouth.
It flowing around me excites my skin.

I can touch her screams.
For their echoes are tunnels.
Her essence escapes through them.

I am alone and abandoned.

Angry yet stoic,
while a dry length secures my eyes.

They shall remain forever wide shut.
I am being forced

out.

My dead half mirror image.
Floating in limbo.

Belonging to the past,
yet also carrying
all the wounds of the future.

The warmth has ceased.
The drought withers our skin.
Chocking... heaving... twitching...
I shall never breathe.

The cold drought
is hauled away.
Yet our eyes see
but an endless sea
of eternal blackness.

Our lips forever sealed
with the flaming wax
of a thousand throes.
Our tongues are frozen still
by the chilling touch
of the most profound woe.

Half of her is I.
Half of her is her.
Half of them are we.
Half of them are them.

And thus my bodies are torn open,
in the dreams of the mute wren
Infinitely suspended in oblivion.
kept hidden from fate's ken.

For the omen has now been wishpered
In the very first tongue...

Infinitely suspended

in oblivion.

Hung from open bowels.
The legs are the gallows.
The cord is my rope.
I’m a chosen stillborn...

In the realm of dreams

Lost in their raging gaze...
Longing for their screams...
Whispers! Voluptuous, continuous...
Echoing in my mind, whenever I enter the realm of dreams...

Forever after those for whom time has no meaning.
Forever after those on whom death has no effect.
The whispering screams I beg to join,
the screaming whispers to follow I plead!
The whispering screams I beg to join,
the screaming whispers...

Born to chase the ghost of a purpose met upon my birth.
It has always been the matrix, the mould and the cast of myself!

An ancient pact between the screams and the whispers...
An ancient pact between the whispers and the screams...
I am the one to result of it.
And I am the one to break it

Forever after those for whom time has no meaning.
forever after those on whom death has no effect.
The whispering screams I beg to join,
the screaming whispers to follow I plead!
The whispering screams I beg to join,
the screaming whispers...

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

As semal aale middr...

Το πλάσμα που μου γνώρισε ξανά τη γαλήνη...

Τη ματιά που άνοιξε ξανά τις πύλες της Αβύσσου...

Την αντίληψη που προχωράει παράλληλα με τη δική μου...

Τον εξωδιαστατικό πυρήνα της ζωής...

Το φίδι με το πιο γλύκο δηλητήριο...

Al middr helyami

Asamaalu...

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Grensen

«Να λοιπόν... Σκευτόμουν συνεχώς ότι δεν έχω φτάσει στα όριά μου κι ότι δεν θα καταλάβω τα όριά μου μέχρι να φτάσω όντως σε αυτά... Στην πραγματικότητα είναι πολύ τυχερός αυτός που καταφέρνει να συνειδητοποιήσει τα όριά του... Γιατί σπάνια τα βλέπει κάποιος πριν τα ξεπεράσει κι όποιος τα ξεπεράσει, σπάνια ανακάμπτει... Τα όρια του ανθρώπινου σώματος είναι αυτά μεταξύ ζωής και θανάτου. Υπάρχουν κι αλλού όρια όμως... Όρια μέσα στο φάσμα της ζωής. Προσωπικά αναρωτιέμαι πόσο κοντά βρίσκομαι στα όρια μεταξύ νοητικής υγείας και τρέλας. Δεν θα εναντιωθώ σε όσους ψάχνουν για διάθεση... Δεν θα εναντιωθώ καν σε όσους έχουν σταματήσει προ πολλού την έρευνα... Είμαι στα όρια μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου και αυτό πιστεύω ότι μπορώ να το γνωρίζω... Θα εναντιωθώ όμως σε όσους με εγκαταλείπουν... Με όση δύναμη μου έχει απομείνει! Και πραγματικά λίγο με ενδιαφέρει αν σε κάποιους οι λόγοι των πράξεων μου φαίνονται ικανοποιητικοί ή όχι... Ξέρω ότι είναι για εμένα...»

... είπε και ποτέ ως τώρα δεν κατάφερε να κάνει...

Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

En andra gamla sagan

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ραφιναρισμένο. Γράφω όπως ακριβώς μου έρχονται οι σκέψεις στο μυαλό... Εντάξει, ένα πρώτο φιλτράρισμα στις σκέψεις πάντοτε γίνεται. Αν δεν με είχαν κατακλύσει σκέψεις δεν θα είχα καν την αφορμή να κάτσω να γράψω οτιδήποτε... Από τον καταιγισμό όμως στην αφορμή για έκφραση και τελικά στην έκφραση διακρίνονται ήδη τρία βήματα. Αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος και ούτως ή άλλως λίγη σημασία έχει... Τη σημασία βέβαια την δίνουμε εμείς στα πράγματα, κάτι το οποίο επίσης δεν είναι του παρόντος αλλά το θεωρώ απόλυτα σημαντικό... Ναι, ναι... Το ξέρω... Πέφτω σε λούπα... Ωστόσο κατανοώ την ανάγκη για μια πιο συνεκτική δόμηση των σκεψεών μου, εάν επιθυμώ να τις εκφράσω στον κόσμο, έτσι ώστε να του μεταδώσω εν τέλει μια πληροφορία και όχι να του σπάσω απλώς τα νεύρα... Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις... Πληροφορία... Ας γυρίσουμε στην αρχή και θα προσπαθήσω αυτή τη φορά να είμαι πιο επιεικής και πιο "συμμαζεμένος" επίσης...

Δεν χρειάζεται τίποτε παραπάνω από μια παρέα τριών ανθρώπων... Εντάξει ίσως εδώ αρχίσω να θέτω κάποιες συνθήκες οι οποίες θα μας απομακρύνουν από την αρχική δήλωση, αλλά για "εμάς τους τρεις" οι συνθήκες αυτές είναι μέρος της καθημερινότητας, νόρμα, απλά προφανή δεδομένα... Η πραγματική, μοναδική συνθήκη είναι να βρεθούνε αυτά τα προφανή δεδομένα μαγειρεμένα με φρέσκια ή "φρεσκίζουσα" πληροφορία μέσα σε μια συζήτηση... Εδώ επιθυμώ να δηλώσω ότι όσοι φιλόλογοι και γλωσσολάγνοι δεν εγκρίνουν τους νεολογισμούς μου και την ακατανίκητη τάση μου προς την λεξιπλασία, μπορούν να είναι σίγουροι ότι τους έχω απολύτως χεσμένους και θα κοιμηθώ πολύ ήσυχος. Αλλά ας κλείσουμε την παρένθεση την οποία ποτέ δεν ανοίξαμε εμφανώς και ας συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε... Ας συνεχίσουμε από τη στιγμή που έχει αρχίσει η συζήτηση...

Από τη στιγμή που μια συζήτηση αρχίζει μέσα σε αυτή την παρέα καμμένων, δεν αργεί να εξελιχθεί σε ομαδική γκρίνια... Βασικά το να αρχίσουμε μια συζήτηση είναι από μόνο του αφορμή για να γκρινιάξουμε ή για να γελάσουμε... Δεν γίνεται τόσο συνειδητά όσο το παρουσιάζω, αλλά σίγουρα έχουμε συνείδηση του γιατί αρχίζουμε να συζητάμε... Αφού το χιούμορ το έχω μόνο σε πολύ αυθόρμητες στιγμές το μόνο που μπορώ να σας μεταφέρω, μέσω του πληκτρολογίου μου, είναι η γκρίνια... Ας γκρινιάξουμε λοιπόν...

Μου τη σπάει που υπάρχουν κολλημένοι, κλειστόμυαλοι, ακόμη και συντηρητικοί άνθρωποι... Με ερεθίζει ο άσκοπος χαρακτηρισμός και η επικράτηση της αρνητικής χροιάς μιας λέξης έναντι της πραγματικής της σημασίας. Με νευριάζουν τα στεγανά στην αντίληψη... Με ενοχλεί ο ανθρωποκεντρισμός. Με ταράζει ο αλαζονικός εγωκεντρισμός αν και όχι απαραίτητα ο απλός, καθαρός, συνειδητός εγωισμός. Ο εγωισμός έρχεται παράλληλα με κάτι που σκέφτομαι εδώ και μια πενταετία, κάτι που έχω αναλύσει πολύ εκτενέστερα στο παρελθόν και ειληκρινά έχω ψιλοβαρεθεί να αναλύω... Λέγεται ένστικτο... Και βέβαια ο άνθρωπος, ως μέγιστος αλλαζόνας, έχει μπει μέσα βαθιά στην ίδια του την πλάνη περί επικράτησης επί των ενστίκτων του... Den sama gamla sagan...

Μου τη σπάει που ο εγωκεντρισμός και ο ανθρωποκεντρισμός έχει φέρει τον καθένα στη θέση να θέλει να επιβάλει την αποψή του στους υπόλοιπους... Και εδώ μπαίνουν τα ζητήματα της πληροφορίας και της σκέψης με τα οποία άρχισα το παραλήρημα... Γιατί το να πιστεύεις ότι έχεις δίκιο είναι γενικά η νόρμα... Το να θες να δασκαλέψεις όμως τον διπλανό σου επειδή μόνο εσύ έχεις δίκιο, εξ' ορισμού δεν σταματάει σε εσένα. Συνεχίζει και εξαπλώνεται γύρω σου σαν καρκίνος. Και εκτός από χωρικά εξαπλώνεται και χρονικά. Στα παιδιά σου, τα εγγόνια σου και όλες τις γενιές που θα είναι σάπιες όπως εσύ... Θα είναι; Ίσως ταίριαζε καλύτερα το ρήμα "καταλήγω"... Γιατί ένα παιδί είναι το μόνο παράδειγμα ενός πραγματικά ανοιχτόμυαλου ανθρώπου. Ένα παιδί δεν έχει στεγανά. Αν τα στεγανά τα δημιουργήσει το ίδιο στον εαυτό του, έχει εκείνο την ευθύνη... Αν του τα δημιουργήσεις εσύ, τότε έχεις εσύ την ευθύνη. Και ναι, εδώ χρησιμοποιώ την λέξη ευθύνη με την αρνητική της χροιά... Κατηγορείσαι...! Κατηγορείσαι ότι αντί να ανοίξεις περαιτέρω τους ορίζοντες ενός άδολου ανθρωπου, του βάζεις μέσα στο κεφάλι του την έννοια του δόλου. Βασικά, δεν την βάζεις απλώς... Όχι...! Δεν αρκείσαι σ' αυτο! Την διδάσκεις κυριολεκτικά, εξυψώνοντας σε ήρωες και φορείς πολιτισμού τους μακελάρηδες προγόνους σου και παρουσιάζοντας ως βάρβαρους δολοφόνους τους προγόνους των κοντινών ή μακρινών γειτόνων σου... Ανιδιοτέλεια, υψηλό αίσθημα ευθύνης, φιλοξενία, ήθος και ιδανικά, ε; Κουράδες! Αλλά ας δούμε για τι άλλο κατηγορείσαι... Κατηγορείσαι για το ότι παρουσιάζεις ανύπαρκτες ανισότητες μεταξύ των "δικών σου" και των "άλλων", κάτι που όχι μόνο μετατρέπει έναν αγνό άνθρωπο σε υπερόπτη, αλλά εν τέλει συντηρεί και την τωρινή απαίσια κατάσταση... Ίσως αυτή η κατηγορία ειναι εξ' αρχής λίγο πλεοναστική, αφού το να πιστεύεις ότι μόνο εσύ έχεις δίκιο είναι σαν να χωρίζεις ούτως ή άλλως τον κόσμο μεταξύ εσού και των άλλων. Αλλά αν δεν έχεις εσύ ευθύνη για τις ανόητες πράξεις σου, ποιος έχει; Δεν προσφέρεις καν στείρα γνώση πλέον, πόσο μάλλον παιδεία... Προσφέρεις προπαγάνδα και μόνο προπαγάνδα... Είτε εθνική προπαγάνδα, είτε προπαγάνδα υπέρ της υιοθέτησης κάποιων συγκεκριμένων μοτίβων συμπεριφοράς και της απόρριψης κάποιων άλλων. Προπαγάνδα υπέρ των μοτίβων σου, υπέρ του συντηρητισμού σου και γενικότερα υπέρ "σου"... Χμμμ... Εγωιστικό; Όχι απαραίτητα... Εγωκεντρικό; Οπωσδήποτε!

Α, επί τη ευκαιρία, το ακόλουθο link οδηγεί σε ένα πολύ ωραίο, κατα τη γνώμη μου, 3D animation video που έχει να κάνει με την στείρα εκπαίδευση στην εποχή μας... Τελικά δεν έχουμε μόνο στην Ελλάδα πρόβλημα με το εκπαιδευτικό...

http://vimeo.com/5197063

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Gladiators...

Ave, Caesar, morituri te salutant!

Gladiators!

There's no freedom for you!
Only fame, fortune, and glory!

Fight for us!

For we are the many!
And you are the few!

Fight for us!

Your death is our life,
You have but one choice...
Offer us your bloody spectacle
So that we quench our lust

Gladiators of the past...

Fight for us!

Gladiators!

There is no freedom for us!
Only slavery, sorrow, and misery!

Fight for them...

We are the many...
And they are the few!

Fight for them...?

Our death is their life!
We have but one choice...
Give them our precious time...
So that they feed their greed!

Gladiators of the present...

Will even one of us ever regain his freedom…?

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

... alles in Ruhe beobachten

Entering the murky room of enlightenment,
greetings, from green, faint flares,
crawl through my spine.
Being settled into clear shapes,
once they reach my mind,
they reveal the true meaning
of my journey.

Sickening images
of deformed bodies,
all bathed in the same green light.
Hydrocephalus fetuses,
being deprived of paternal love.
Sheep bearing no wool,
walking in herds
the path of a black dove.

But this is not why I am here!
I will not save them.
They cannot be saved.
They cannot see me.
I am nothing but a green, faint flare to them.
There is no way for my shape
to be clarified.

For they are not on the journey!
They only walk the path
of the black doves in front.
Purposelessly...

A vane stroll to end in death.
Seeking nothing.
Reaching nothing.
Nothing except their very demise...
And everything beyond?
If only they knew...
If only they could stop
paying attention to whether or not
there is anything beyond.

I am here to wander...
And wonder!
But not whether or not
there is anything beyond...
I am here to explore this world
I am here to observe everything
in peace...
I am not here to chase after death...
Nor am I here to question it...
I am here to gain life.
And excel in something not by need...
For that is the true meaning
of the journey!

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Den sista friheten...

Η λευκή κιμωλία έκανε έντονη αντίθεση με το ξύλινο δάπεδο της σοφίτας. Κάθε σημείο του κύκλου που είχε μόλις διαγράψει βρισκόταν τουλάχιστον δύο μέτρα μακριά του. Έστεκε ολόγυμνος στο κέντρο. Ο Δαίμων βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο. Εκείνος όμως ένιωθε την παρουσία του ασφυκτική μέσα στον προσωπικό του χώρο. Καμιά ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, καμιά νοοτροπία δεν θα μπορούσε να τον προετοιμάσει για μια τέτοια συνάντηση. Η ενέργεια που εξέπεμπε, η δύναμη της οντότητας, η ίδια η ύπαρξη που ονομάζεται Δαίμων... Αέναη έκρηξη! Απεριόριστης έκτασης, ατελείωτης διάρκειας, αμέτρητης έντασης!

Η ατμόσφαιρα δεν είχε καμία σχέση με την συνηθισμένη ζεστή και ευχάριστη της εποχής. Ήταν ψυχρή και ξηρή λες και το καλοκαίρι ζάρωσε στη γωνιά του και πέθανε, μόνο και μόνο για να μη συναντηθεί ποτέ με τον Δαίμονα. Τα φώτα της πόλης είχαν όλα στρεβλώσει. Οι ίδιες οι μορφές είχαν στρεβλώσει. Το ολόγιομο, παραμυθένιο φεγγάρι του αυγουστιάτικου ουρανού είχε μεταμορφωθεί σε ένα απορουστικό, αποτρόπαιο, ανατριχιαστικό ελλειψοειδές είδωλο. Το φώς του είχε μετατραπεί σε μια πλατιά, θαμπή δέσμη που ακολουθούσε την ελλειπτική μορφή του. Το υπέροχο φωτεινό στεφάνι του είχε χαθεί. Το παιχνίδισμα του φωτός του με τις σταγόνες της υγρής γήινης ατμόσφαιρας είχε σιγάσει. Οι χαρακτηριστικές κυανές ανταύγιες είχαν γίνει κάτωχρες, αρρωστιάρικες. Δεν υπήρχε τίποτε, από αυτά που κάνει το φως του φεγγαριού ξεχωριστό. Ήταν κενό. Ήταν νεκρό!

Το ίδιο και το φως από όλα τα αστέρια. Από κουκίδες είχαν μεταλλαχθεί σε ισχνές γραμμές. Όλες οι πηγές φωτός είχαν στρεβλώσει με τέτοιον τρόπο, ώστε να τον κάνουν να πιστεύει ότι το φως κατευθύνεται προς τον Δαίμονα. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, βλέποντας κάτι τέτοιο, δεν θα είχε καμιά αμφιβολία ότι η κάθε παραμικρή ικμάδα φωτός προσπαθεί να διώξει τον Δαίμονα κι έτσι οι μορφές βάλλουν εναντίον του. Όμως όχι! Εκείνος ήξερε. Ήξερε ότι ο Δαίμονας τραβάει το φως προς το μέρος του! Ήξερε ότι ο Δαίμονας τραβάει τις μορφές προς το μέρος του!

–Ζήτα μου ό,τι θες και θα το εκπληρώσω.

Η σιωπή που επικρατούσε δεν έσπασε ούτε για μία ελάχιστη στιγμή. Ο Δαίμων, όπως κι εκείνος, λατρεύουν τη σιωπή. Κι ήταν η πρώτη φορά που επικράτούσε τέτοια σιωπή πάνω στη Γη. Σιωπή αφύσικη, αλλόκοτη. Το αεράκι δεν έσερνε πια το χωρό ανάμεσα στα φύλλα. Η γεμάτη έκσταση και πάθος ευωδία των νυχτολούλουδων δεν μπορούσε πλέον να ζωγραφίσει την εικόνα της ηδονής στο μυαλό των ανθρώπων. Τα νυχτοπούλια έχασκαν σιωπηλά. Η νυχτερινή χορωδία των γκιώνηδων, των γρύλων και των τριζωνιών είχε σιωπήσει απολύτως. Η Γη δεν κινούταν. Το φως δεν κινούταν! Είχε παγώσει στη θέση του. Τίποτε δεν κινούταν. Όλα ήταν ακίνητα και σιωπηλά. Ήταν η σιωπή της ακινησίας. Της ακινησίας των μορίων της ύλης. Της παύσης της αέναης ταλάντωσης. Της ακινησίας ολόκληρου του κόσμου. Ολόκληρου του σύμπαντος. Η πλάση όλη ήταν ακίνητη, γιατί η πλάση όλη ήταν νεκρή! Η σιωπή του θανάτου... Η απόλυτη σίγαση των πάντων. Ήταν η πρώτη φορά που εκείνος ένιωθε κάτι τέτοιο, και –μα την αλήθεια– δεν θα το χαράμιζε για τίποτε άλλο στον κόσμο! Δεν θα χάλαγε αυτήν την εξωτική σιωπή. Δεν θα υποβίβαζε την σκέψη του. Θα την κρατούσε ατόφια και γι' αυτό δεν θα άρθρωνε ούτε λέξη. Άλλωστε ο Δαίμων δεν το χρειαζόταν.

–Ζήτα μου ό,τι θες και θα το εκπληρώσω.

Η κατάμαυρη λάμψη που εξέπεμπε ο Δαίμων είχε κατακλύσει τον γύρω χώρο. Εκείνος τον ένιωθε να πυκνώνει, να τον πιέζει, να του σφίγγει τον θώρακα και να μην τον αφήνει να αναπνεύσει.

–Κούφιες υποσχέσεις μιας ανάμνησης... Τι ξέρεις εσύ από ανάγκες? Πώς μπορείς να γνωρίζεις την έννοια του ποθητού? Πώς είναι δυνατόν να κατανοείς την ομορφιά;

–Δεν γνωρίζω τίποτε για τις ανάγκες του ή τις ανάγκες της. Δεν καταλαβαίνω την έννοια του ποθητού κι ούτε η ομορφιά σημαίνει κάτι για εμένα. Εγώ είμαι μια ανάμνηση. Εσύ το είπες, άλλωστε... Ανάμνηση. Συνεπαγωγή της εμπειρίας.

–Μα η εμπειρία είναι η τροφή της απληστίας! Κι η απληστία γεννά τις ανάγκες, ψάχνει για νέα ποθητά και περισσότερη ομορφιά. Πώς μπορείς να είσαι μέρος ενός συνόλου πραγμάτων άγνωστων σε εσένα?

–Το σύνολο και το άτομο είναι οι δύο όψεις του νομίσματος της ύπαρξης. Τα δυο τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, απόλυτα συνυφασμένα, σύμφυτα. Και παρ' όλ' αυτά αμφότερα αγνοούν ή αδιαφορούν για το άλλο. Κι έτσι το άτομο μπορεί να αντιληφθεί μονάχα τα σύνολα στα οποία δεν ανήκει... Κι εσύ είσαι στην ίδια μοίρα με εμένα! Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι πραγματικά είναι το σύνολο που εκπροσωπείς.

Ο Δαίμων τού παρέδωσε λίγη από την κατεκτημένη γνώση. Ο άνθρωπος από την απαρχή του πορεύεται με ένα θετικό και ένα αρνητικό. Συνείδηση της ύπαρξής του. Το θετικό. Και το αρνητικό ταυτόχρονα... Χωρίς αντίληψη του συνόλου στο οποίο ανήκει δεν έχει αντίληψη του εαυτού του κι έτσι πέφτει ξανά και ξανά στην πιο καταστροφική παγίδα. Αυτήν της αλαζονείας. Η παρετυμολόγηση της λέξη «άνθρωπος» είναι απόδειξη αυτής της αλαζονείας. «Ανθρωπος», αυτός που τον θέλουν να «θρώσκει άνω».

Αυτός που τον θέλουν να κοιτάει ψηλά, ως κάποιο ανώτερο ιδανικό. Αγνοούν, βέβαια, ότι αυτός είναι ο ψηλομύτης. Ο υπερόπτης. Ο ονειροπόλος που, έχοντας συνείδηση του εαυτού του πιστεύει ως άλλος Δαίδαλος ότι έχει κατακτήσει τους αιθέρες. Μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι η αφέλεια και η άγνοιά του τον έχει φέρει στην δυσάρεστη θέση του Ικάρου. Όμως η συνείδηση δεν τον αφήνει να τσακιστεί στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Και ο άνθρωπος συνεχίζει. Συνεχίζει την πτώση του προς τα πάνω. Ήδη τυφλωμένος από την πρώτη του ματιά, συνεχίζει να κοιτάζει τον ήλιο, μέχρις ότου οι αμφιβληστροειδείς του καψαλιστούν εντελώς από την ραδιενέργεια. Χωρίς να το έχει καν καταλάβει, έχει στρέψει το βλέμμα του σε έναν από τους εκατοντάδες ήλιους που ο ίδιος δημιούργησε. Ή τουλάχιστον με κάτι τέτοια παραμυθιάζει τον ίδιο του τον εαυτό, τον οποίον και πολεμά λυσσαλέα. Και συνεχίζει, ο ματαιόδοξος, να τον πολεμά για δυό παραπάνω πιθαμές γης, για λίγη παραπάνω δόξα, για λίγο παραπάνω πλούτο, για λίγη παραπάνω εξουσία. Ή για οποιαδήποτε άλλη παρηκμασμένη αξία των αποσυντιθέμενων κοινωνιών του. Παρηκμασμένες αξίες... Δημιουργήματα που θα μπορουσαν να δρουν ως απλές αφορμες αφού οι άνθρωποι θέλουν καλά και ντε να ψάχνουν για αφορμές. Δημιουργοί που είναι τόσο αφελείς και ηλίθιοι, που καταλήγουν να πιστεύουν τελικά στα ίδια τα δημιουργήματά τους. Άτομα ανόμοια που θέλουν να δρουν ως σύνολο ομοιογενές. Άτομα όμοια που κατασκευάζουν διακρίσεις για να έχουν απόθεμα αφορμών. Να λοιπόν δέκα χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας. Δέκα χιλιάδες χρόνια υπεροψίας, απληστίας, αφέλειας και αυταπάτης. Και ο άνθρωπος συνεχίζει να τεντώνεται προς τον ουρανο, ξεχνώντας ότι τα πόδια θα παραμένουν πάντα κολλημένα στο έδαφος, μέχρι που οι πεπερασμένες δυνατότητές του να μην μπορούν πια να τον σώσουν. Εκείνος ήταν ήδη αηδιασμένος από όλα αυτά. Κρίμα. Ήταν και αυτός άλλος ένας άνθρωπος.

–Το σύνολο ολόκληρο έχει τόση αξία όση και το κάθε άτομο ξεχωριστά... Κι είναι η βούληση ο φορέας αυτής της αξίας. Η βούληση... Η επιθυμία... Το ποθητό! Έννοιες ακατανόητες σε εσένα...

Είχε έρθει πλέον η ώρα να περάσει ο άνθρωπος, από την κατάσταση της άγνοιας και της αφέλειας, στην κατάσταση αυτού που τόσο πολύ αποζητούσε από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε. Την ελευθερία που προσφέρει η γνώση. Η απόλυτη γνώση των πάντων.

>Θα σου πω, λοιπόν, την επιθυμία μου. Θέλω να γίνω εγώ ο μοναδικός κύριος του εαυτού μου. Να είμαι απόλυτα ελεύθερος.

–Είμαι μια ανάμνηση, το ξέχασες κιόλας; Από εδώ που στέκομαι, όλη η γνώση ανήκει στο παρελθόν! Κι αφού είμαι ο Δαίμων, είμαι κι εγώ κομμάτι του παρελθόντος. Μην μου μιλάς για ένα ανύπαρκτο μέλλον...

–Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορείς να κατανοήσεις το ποθητό... Οι επιθυμίες αναφέρονται στο μέλλον... Και οι ανάγκες στο παρόν.

Είχε αρχίσει πλέον να καταλαβαίνει. Ήταν βέβαια ακόμα άνθρωπος. Αλλά το να φτάσει μέχρι αυτό το σημείο, σήμαινε σίγουρα ότι είχε εξερευνήσει τη συνείδησή του σε βαθμό που και ως άνθρωπο τον είχε αλλάξει.

–Μίλα μου λοιπόν για μια ανάμνησή σου. Μίλα μου για αυτόν που είναι κύριος του εαυτού Του, πριν τη γέννησή του και τη γέννησή της.

–Ναι, θέλω να γίνω Θεός.

–Ξέρεις ότι θα χρειαστεί να κατανοήσεις την απόλυτη γνώση για να γίνεις Θεός;

–Τι θα σημαίνει αυτό για εμένα;

–Θα δεις τι υπάρχει εκτός του δικού σου υπαρκτού. Θα τάξιδέψεις δίχως επιστροφή ως τη στιγμή της δημιουργίας.

–Υπέροχα!

–Και θα νιώσεις την εκμηδένιση του τέλους του χρόνου.

–... Το τέλος του χρόνου, λοιπόν... Ας είναι! Όλα έχουν ένα τέλος κι ένα τίμημα... Ναι! Κάνε με απόλυτο κυρίαρχο του εαυτού μου! Κάνε με ελεύθερο! Κάνε με Θεό!

Η απερίγραπτη σιωπή αυτής της νύχτας είχε φτάσει στην αποκορύφωσή της. Ήταν πια τόσο έντονη που καταντούσε εκκωφαντική. Κι ήταν τότε η πρώτη στιγμή που αυτή η τόσο απόκοσμη σιγή ξεκίνησε να διαταράσσεται από έναν βόμβο βαθύ και εξώκοσμο. Βόμβος που όσο εντεινόταν τόσο τον ένιωθε να του γραπώνει τα σωθικά και να τα γεμίζει με τρόμο που όμοιο δεν είχε ποτέ του νιώσει.

Φόβο βαθύτερο από το φόβο του θανάτου, τρόμο ισχυρότερο από αυτόν της ύπαρξης, ταραχή που αρπάζε τη ζωή μέσα του και την ρουφούσε, αδειάζοντάς τον από συναίσθημα και πάθος. Πανικό που χτυπούσε με τέτοια δύναμη τις χορδές του ενστίκτου του, διαταράσσοντας το ρυθμό του τόσο σφοδρά, ώστε ο θάνατος να μοιάζει με γλυκειά λύτρωση. Απόγνωση στη θύμιση ότι η ίδια η οντότητά του δεν υπήρξε, δεν υπάρχει κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Τέλειωσε χωρίς ποτέ να αρχίσει. Πέθανε προτού καν γεννηθεί. Ψυχικό άλγος τόσο απόλυτο που έκανε κάθε απότατη ματαιότητα να φαντάζει τόσο αναγκαία όσο η ίδια η τελευταία ελπίδα.

–Η γνώση του υπαρκτού θα σε οδηγήσει στην γνώση του προϋπαρκτού...

Η αέναη έκρηξη της ύπαρξης που ονομάζεται Δαίμων, έφτανε κάθε στιγμή σε νέα ζενίθ. Ο μικρός χώρος της σοφίτας γινόταν όλο και πιο πνιγηρός, όλο και πιο εγκλωβιστικός, όλο και πιο ασφυκτικός, φτάνοντας κάθε στιγμή σε καινούρια ναδίρ. Η μηδαμινή ποσότητα φωτός που κατάφερνε να διέλθει στο δωμάτιο, δεν έφτανε ποτέ μέχρι το πάτωμα. Ό Δαίμων το τραβούσε προς το μέρος του, όπως θα έκανε και μια μαύρη τρύπα σε κάποια μακρινή εσχατία του σύμπαντος. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να τυλίγει τα πάντα. Δεν υπήρχε αέρας μέσα σε αυτόν το χώρο πλέον. Όλες οι μορφές είχαν στρεβλώσει πέρα από κάθε όριο. Όλα είχαν ήδη συνθλιβεί και εκμηδενιστεί. Εκτός από εκείνον.

Εκείνος είχε χάσει προ πολλού τις συμβατικές του αισθήσεις. Η όρασή του συνελάμβανε τις εικόνες που σχηματίζονταν σε ολόκληρο το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Η ακοή του άκουγε ταυτόχρονα όλους τους υπόηχους και όλους τους υπέρηχους. Η αφή τού επέτρεπε πλέον να νιώθει τις ίδιες τις κβαντικές διακυμάνσεις. Η οσμή είχε συνενωθεί πλήρως με τη γεύση. Κάθε άρωμα και κάθε χημική ουσία ήταν γνωστά. Ένιωθε το σώμα του ελαφρύ. Ένιωθε το σώμα του παντελώς αβαρές. Δεν τον συγκρατούσε πια καμιά βαρύτητα και δεν διέθετε καθόλου αδράνεια. Η μάζα του είχε εκλείψει. Αιωρούταν! Είχε βγει από τη σοφίτα του. Είχε βγεί από την γήινη ατμόσφαιρα. Είχε βγεί από τη ζώνη των εσωτερικών πλανητών. Είχε βγει από το ηλιακό σύστημα. Είχε βγεί από τον Γαλαξία. Και ταξίδευε ακόμη. Ζαρωμένος από το δέος όσων ζούσε. Ταξίδευε ακόμη. Με ταχύτητα συνεχώς αυξανόμενη. Ήθελε να μπορούσε να ουρλιάξει. Αλλά δεν μπορούσε καν να θέλει...

-Το βίωμα της στιγμής της δημιουργίας θα σου χαρίσει την αθανασία...

Ταξίδευε! Προς τις ακραιότερες άκρες, τις εσχατότερες εσχατίες του συμπαντος. Και παρατηρούσε. Εικόνες που τον τρέλαιναν. Εικόνες που, με τον τρόπο που διαδέχονταν η μία την άλλη μαρτυρούσαν κραυγαλέα την ανυπαρξία γεννεσιουργού αιτίας. Όλοι οι υπερκαινοφανείς είχαν εκραγεί. Όλα τα αστέρια είχαν δημιουργηθεί. Όλοι οι γαλαξίες ήταν πλέον απόμακροι, αχνοί, μικροί... Ο χώρος γύρω του είχε αρχίσει να θερμαίνεται και με κάποιον ακατανόητο τρόπο να μικραίνει. Κι εκείνος ένιωθε όλο και πιο εκστατικά πανικοβλημένος.

-Το τέλος του χώρου και του χρόνου θα σε εκμηδενίσει...

Και ιδού το αναίτιο αιτιατό και ιδού η αδύνατη δύναμη. Το ανοσιούργημα, το φόβο και πανικό ποιόν, αναβλύζει από την ενέργεια του κόσμου και ξεχύνεται με εκθετικά αυξανόμενη επιτάχυνση από όλα τα σημεία προς όλα τα σημεία. Λάμψεις, φλόγες πολύχρωμες, εικόνες ακατάληπτες με αποχρώσεις που ποτέ κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί και ήχοι και φωνές, γέλιο μαζί και κλάμα, λόγια ιερά μα και ανόσια ταυτόχρονια, λέξεις που εκείνος απλά νιώθει, χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει, χωρίς να μπορεί να τις κατανοήσει. Και καθώς όλος ο κόσμος έχει γίνει ένα κολοσιαίο χωνευτήρι χασμώδους ήχου και άναρχης εικόνας, η απερίγραπτη αυτή πανδαισία χρωμάτων άφατων και μαγικής μουσικής φτάνει στην τελική κορύφωση, εκρήγνυται, καταστρέφει και δημιουργεί. Κι ο άνθρωπος γίνεται μάρτυρας μιας καθολικής έκρηξης εξώκοσμου φωτός που λαμβάνει χώρα παντού ταυτόχρονα. Είναι το κέντρο αυτής της έκρηξης και παρακολουθεί τη χαοτική εξέλιξή της εκ των έσω...

-Σταμάτα να αυταπατάσαι, άνθρωπε! Δεν υπάρχει έκρηξη! Την κοσμική σύνθλιψη βιώνεις! Σύντομα το εφήμερο άπαν θα επιστρέψει στο αιώνιο τίποτα και τότε ούτε το τίποτα δεν θα έχει πλέον νόημα...

Ο χώρος και ο χρόνος άλλαξαν θέσεις κι όσο ο χώρος μίκραινε ο χρόνος γυρνούσε προς τα πίσω καθώς ο άνθρωπος ταξίδευε προς τα εμπρός. Και ώντας αναπόσπαστο κομμάτι, δημιούργημα του χωροχρόνου, ο άνθρωπος εκμηδένιζε την ίδια του την ύπαρξη στην προσπάθειά του να αποδράσει από το αιώνιο κελί του.

>Έγινες εν τέλει αυτό που επιθυμείς... Θεός... Μια ανάμνηση... Είσαι πλέον απόλυτα ελεύθερος!

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Den första andan

The night has the skies painted jet black. The soil of this god forsaken place is doomed to never feel the warm touch of the dim light of the stars above. Yet, an eerie, pale green aura surrounds every bark, making trees look like crystals... Dead silence reigns in this forest of fossilized horrors. Along with a grim sense of uneasiness...

Vehl kommt dy tel Merk Skauk!!!

You will find nobody here. You might only have the slightest misfortune to come across an old man's nightmare. Manifest in matter, yet unreal. A mere shadow, one of the likes which are to be found in the lunacies of a delusional... He wishes to tell you stories of his nation, long forgotten now... He wishes to grab you and throw you in the bottomless pit of the collective memory of his kinship... He wishes to show you his world... And though he dreams of her every night, he would not recall the dream the following day...

As you reach deeper inside the Murky Forest, the darkness becomes denser. Whispers you hear. The total silence of the place may have been abnormal... This sound though is unearthly horrifying. It's only whispers yes, however it is the first time you heard anything for so long. You have now come to realize that not even the sound of your footsteps reached your ears. But those whispers are clear. Let alone you have not seen anybody around... You turn the opposite way and start to run, yet the fossilized bark of a tree you so conveniently marked with your knife a while ago is nowhere to be found... You are confused and scared. You start to run to another direction. Yet the darkness becomes denser and the whisper louder...

"Vehl kommt dy tel Merk Skauk!!! Dy skjal finna ingene haer..."

The one who rests alone upon the Mighty Stone of The Murky Woods is pleased to be granted your company. Be warned though...

"Blodhundarna har vaert paa jakt ie dette glaumed reikt...!"

You might want not to wander alone a lot... You might want to just sit by him and listen to what he has to say. At least till the crack of dawn, when the strong sunlight will have more chances to penetrate this black wall of decadence. And you'd better paid attention to what he has to say... He is the last of his kind. He is the one tied in bronze chains. It will not be easy. He will speak to you in a language most ancient and unknown. Maybe even forgotten... But you have to pay attention...! Once you will comprehend the true meaning of his words, you will then be able to find your way out of this maze of fossils.

But now it's time for me to fly away and let him talk... I'll tell you this before I go though! We are the ones that give things their value...