Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

The reaver of my fate is me


Bittersweet sound emerged from plucked strings, music that expanded in the room around me and soon filled my whole world. Music that carried me away from the here and the now and provided me once again with the means to travel to places far far away, to the there and the then. Music that was instantly transformed to melancholy.

Pictures and smells and sounds of my forever past future overwhelmed me. My senses were being betrayed by my own mind. I was suffering fusillades of memories I could never have, being the memories of events that never happened. Memories of events that could never happen. And yet, I'd longed for those events so eagerly and for so many years, I'd conserved and refined every minute detail of my phantasies, I'd explored and indeed created every impossible manner by which those events would take place that I had, eventually, transmuted them into memories. And it was those paradoxical memories that dragged me forever downward, into a bottomless pit of nostalgia and despair. And as I was plunging, the blessed and cursed melodies - still escaping from the unseen stringed instrument with the violent joy of a maniac escaping from his prison cell - resonated through me a sense of profound loss. And it was then I realized that I was on collision course with my fate. I was on collision course with the one that reft me a bright and noble present. I was on collision course with myself.

But the truth was that my fate had already overtaken me, ages ago. And it was a horrible torture because I could never absolve or redeem myself. I could never fight my phantasy even within my phantasy. Because I never liked what lay ahead of me. Because all I ever liked was what I was forced to leave behind...

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

27-12-1991

Φαντάζομαι πως δεν είναι τυπικό για όσους κρατούν ημερολόγιο να καταγράφουν αναδρομικά στις πρώτες σελίδες ολόκληρη την πορεία της μέχρι τότε ζωής τους, αλλά είναι μια καλή ευκαιρία για εμένα να εξασκήσω τα ελληνικά μου.

Γεννήθηκα πριν από 46 χρόνια στο Μάρκασι, ένα μικρό χωριό στην ορεινή Κορινθία, σε μία οικογένεια η οποία έφερε ήδη το βάρος -ή την χαρά, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός- τεσσάρων παιδιών. Στο χωριό έζησα μόνο για όσον καιρό τα νύχια μου ήταν ακόμα μαλακά. Θυμάμαι λίγα πράγματα κι όσα υπόλοιπα γνωρίζω μου τα έχουν διηγηθεί συγγενείς.

Ο πατέρας μου, Ανδρέας τω όνομα, ήταν γεωργός. Γεννήθηκε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, στο Μάρκασι. Φαινομενικά σκληροτράχηλος άνθρωπος, όπως είθισται να είναι κάθε βουνίσιος, είχε παλάμες μονίμως ροζιασμένες από την εργασία. Όσο σκληρό ήταν το δέρμα του όμως, τόσο μαλακή ήταν η καρδιά του. Ήταν πάντα πρόμυθος και εργατικός, στοιχεία που τον έκαναν πολύ αγαπητό στο χωριό του και πολύ επιρρεπή στην εκμετάλλευση από τρίτους, πράγμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει στην μετέπειτα ζωή του στην Αθήνα - όχι πάντα με απόλυτη επιτυχία, θα έλεγα. Η ασυμβατότητα της νοοτροπίας του χωριάτη, ο οποίος είναι εξαρτημένος από τους υπόλοιπους όσο και οι υπόλοιποι είναι εξαρτημένοι από εκείνον, με τις φιλοδοξίες που γεννά ο αστικός, εντονότερα ατομιστικός τρόπος ζωής τού έκλεψε τη γαλήνη και του προσέφερε λίγα σε αντάλλαγμα. Δεν ήταν ποτέ κορόιδο, αντιθέτως καταλάβαινε πάντα πολύ καλά ποιοι ψάχνουν για κορόιδα. Από τη στιγμή όμως που πάτησε το πόδι του σ' αυτήν την καταραμένη πόλη, απώλεσε σταδιακά κάθε χαρακτηριστικό αυτοελέγχου. Τελικά η καρδιά του, η οποία παρέμεινε μαλακή μέχρι το τέλος, τον πρόδωσε στα 72 του, δύο χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του αδελφού μου Δημήτρη. Μόνο ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ήταν μαζί μου στις τελευταίες του στιγμές.

Η μητέρα μου ήταν πάντα η προσωποποίηση της οργάνωσης και του αυτοελέγχου, ό,τι ακριβώς έλλειπε από τον πατέρα μου. Το όνομα της Αθανασία και η ηλικία της εφτά χρόνια μικρότερη από αυτήν του συζύγου της. Από τη στιγμή που απέκτησα συνήδειση περί του θανάτου, το μυαλό μου τριβέλιζε πάντα μία συγκεκριμένη σκέψη, μεταξύ άλλων... Πόσο είρωνας χρειάζεται να είναι κάποιος για να δώσει στο παιδί του ένα τέτοιο όνομα; Και ποιον ακριβώς ειρωνεύεται εν τέλει; Το παιδί του, ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε κάθε περίπτωση ο είρωνας είναι καταδικασμένος, είναι όμως χειρότερο να είναι κάποιος είρωνας και ταυτόχρονα αγνόμων, γιατί αυτό τον κάνει αλαζόνα. Τελοσπάντων, πιστεύω ότι το πάθος της μητέρας μου για την τάξη ρίζωσε μέσα της από τότε που κατοικούσε στο Μάρκασι. Αν μία μάνα με πέντε παιδιά και ελάχιστη έως καμία βοήθεια από άλλους ανθρώπους -μη εξαιρουμένου και του πατέρα μου δυστυχώς, ο οποίος την λάτρευε μεν, αλλά για να υποστηρίξει το ρόλο του ως σύζυγος και πατέρας έπρεπε να είναι πρώτ' απ' όλα αγρότης- δεν είχε πρακτικό μυαλό και συγκροτημένο πνεύμα, δεν θα επιβίωνε ούτε αυτή ούτε τα παιδιά της. Από τότε που εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα βέβαια, αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της πήρε άλλες διαστάσεις. Φαντάζομαι ότι αυτό οφειλόταν στο ότι δεν είχε πια πέντε κουτσούβελα να κυνηγάει, αλλά έναν πρώην αγρότη, πλέον πλασιέ, ο οποίος σταδιακά απέκτησε τις φιλοδοξίες αριστοκράτη... Θεωρώ πως είναι ασφαλές να υποθέσω ότι σε διαφορετική εποχή, αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν θα συνέχιζαν τις ζωές τους σαν ζευγάρι, αλλά στα νεόκοπα προάστια της Αθήνας του '50 και του '60, ο χωρισμός δεν ήταν ιδιαίτερα σύνηθες φαινόμενο.

Για τ' αδέρφια μου δεν έχω να γράψω πολλά. Με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, Ηλίας κι αυτός, και την αδελφή μου, Ανθή κατ' όνομα, ήμασταν πάντα δεμένοι. Ήμασταν τα καμάρια των γονιών μας. Όχι ότι δεν αγαπούσαν και τ' άλλα δύο τους παιδιά, αλλά εμείς οι τρεις ήμασταν πάντα "οι προκομένοι", ενώ ο Πέτρος κι ο Δημήτρης έμπλεκαν πάντα σε μπελάδες. Φυσικά, είναι γνωστό ότι αυτό το μοτίβο είναι ένας αυτοσυντηρούμενος, φαύλος κύκλος. Από τη στιγμή που ο χαρακτηρισμός έχει αποδοθεί -ειδικότερα, αν τον αποδίδει κάποιο άτομο με έντονη επιρροή- ο κόσμος θα ανταποκριθεί. Το ρυάκι της ζωής θα γίνει χείμαρρος. Ο χείμαρρος θα φέρει πλημμύρα. Κι η πλημμύρα θα φέρει ευφορία, μα θα φέρει και καταστροφή ενίοτε. Γιατί ο χείμαρρος δεν εκτρέπεται εύκολα, όπως το ρυάκι. Έτσι έγινε με τον Πέτρο και τον Δημήτρη. Ο χείμαρρος της ζωής τούς έφερε περισσότερες λύπες παρά χαρές. Τους παρέσυρε σαν έρμαια, καθιστώντας τους ανίκανους να επιτύχουν κάτι ουσιαστικό. Ο Δημήτρης είχε τη χειρότερη μοίρα. Πολλές δουλειές του ποδαριού, γυναίκα και παιδί -που αδυνατούσε να υποστιρίξει- διάφορες ερωμένες μετέπειτα, δανεικά, τοκογλύφοι, τρεχάλα στα δικαστήρια, αθώωση, ξανά δάνεια, κλοπή, καταδίκη, φυλάκιση... Τελικά η απόγνωση τον κατέλαβε. Έδωσε τέλος στη ζωή του στα 42 του, έναν χρόνο μετά την αποφυλάκισή του... Ο Πέτρος, διζυγωτικός δίδυμος του Ηλία, δεν ακολούθησε τόσο αυτοκαταστροφική πορεία. Βρήκε μια συμβιβαστική λύση μεταξύ προόδου και καταστροφής παραμένοντας ωστόσο στάσιμος. Η δουλειά του, στις οικοδομές κατά την ακμή των δεκαετιών του '70 και -κυρίως- του '80 κι έπειτα σ' ενα περίπτερο στη γειτονιά μας, διέλυσε την υγεία του και τον έκανε κοντόφθαλμο. Οι ανασφάλειές του και η χαμηλή του αυτοεκτίμηση τον έκαναν αμετροεπή -και γενικότερα άνθρωπο με έλλειψη μέτρου σε όλους σχεδόν τους τομείς.

Η Ανθούλα ήταν -και είναι- μακράν η πιο συγκροτημένη απ' όλους μας. Πήρε από τη μητέρα μας. Ήταν ο άνθρωπος που με βοήθησε οικονομικά με τις σπουδές μου στο εξωτερικό, πράγμα για το οποίο της είμαι βαθύτατα ευγνώμων. Η ίδια, μαζί με τον Ηλία, είχαν βρεθεί στην Αθήνα νωρίτερα από εμάς τους υπόλοιπους, για σπουδες. Πήγε πολύ καλά και ενάντια σ' όλες τις δυσκολίες, σε μια Αθήνα που δεν είχε ξεπεράσει ακόμη το σοκ του εμφυλίου, κατάφερε με τη βοήθεια των γονιών μας να τελειώσει την Νομική με καλό βαθμό και να πιάσει δουλειά σε δικηγορικό γραφείο. Ούτε αυτή βέβαια δεν κατάφερε να ξεμπλέξει τον Δημήτρη τη δεύτερη φορά. Ήταν σχετικά μεγάλη, σύμφωνα με τα πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, όταν παντρεύτηκε έναν συνταξιούχο ναυτικό -"καπετάνιος εν αποστρατεία", όπως τον αποκαλούσαμε χαριτολογώντας. Δεν την ένοιαζε ποτέ όμως το τι θα πει ο κόσμος. Ούσα ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα και μην θέλοντας να αποχωρήσει πρόωρα από μια ομολογουμένως λαμπρή νομική καριέρα, έκανε την ζωή της μέχρι που ο -τότε μέλλοντας ακόμη- σύζυγός της βγήκε στην σύνταξη. Ποτέ δεν αντιμετώπισαν οικονομικό πρόβλημα, ίσα ίσα ήταν πάντα αρκετά εύποροι. Επίσης, δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, όχι πως προσπάθησαν και ποτέ ιδιαίτερα.

Ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ήταν πάντα η κολώνα της οικογενείας, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα μας. Είχε πάρει αυτόν τον ρόλο εξ' αρχής, ώντας, μαζί με τον Πέτρο, το μεγαλύτερο αγόρι. Πολύ προκομένος άνθρωπος αδιαμφισβήτητα. Με στήριξε περισσότερο από κάθε άλλον συγγενή μου, αφ' ενός επειδή ήμασταν πολύ δεμένοι, αφ' ετέρου επειδή είχε το πιο ευρύ πνεύμα και τις περισσότερες γνώσεις απ' όλους μας. Τοπογράφος στο επάγγελμα, μέτρησε με τη μεζούρα του τις πιο απομονωμένες γωνιές τις Ελλάδας. Πήρε μέρος στον σχεδιασμό έργων υποδομής και βοήθησε στην ανάπτυξη της επαρχίας. Ήξερε να κρατάει τον εαυτό του σε ισορροπία. Δεν άφησε ποτέ τις προσωπικές του φιλοδοξίες να του επιβληθούν, ωστόσο τις ακολούθησε όταν μπόρεσε να το κάνει. Σε μεγαλύτερη ηλικία αφιέρωσε τον εαυτό του στην έρευνα, έχοντας εξασφαλίσει ένα διδακτορικό στην Χωρική Ανάλυση, με θέμα την εξάπλωση της λεϊσμανίασης και την σχέση της με την μετακίνηση των πληθυσμών των φλεβοτόμων. Η ακαδημαϊκή του καριέρα ανανεώθηκε και του προσέφερε τη χαρά να επισκεφθεί διάφορες χώρες του κόσμου για να παρακολουθήσει συνέδρια, από τη Φινλανδία και την Ολλανδία στον παγωμένο βορρά της Ευρώπης, μέχρι την πάντα ηλιόλουστη Γρενάδα, στην Καραϊβική.

Ο Ηλίας ήταν και η έμπνευσή μου σε ό,τι αφορά την δική μου ακαδημαϊκή πορεία. Σπούδασα φιλολογία στο ΕΚΠΑ και μετέπειτα έκανα στροφή προς τη γλωσσολογία. Το μεταπτυχιακό μου και το πρώτο μου διδακτορικό στην γλωσσολογία, με θέμα την φωνηεντική μετατόπιση στις γερμανικές γλώσσες και τις ανάλογες μορφοφωνητικές διαδικασίες των αρχαίων ελληνικών, το απέκτησα στα εικοσιπέντε μου από το τμήμα Γερμανικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η παραμονή μου στην Αγγλία ήταν σχετικά σύντομη. Διήρκησε όσο το πρόγραμμα σπουδών συν τον απαραίτητο, για εμένα, χρόνο προσαρμογής. Όταν λέω παραμονή το εννοώ κυριολεκτικά. Μπορεί να εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αγγλία, ποτέ όμως δεν βρισκόμουν στο σπίτι μου για περισσότερο από έναν χρόνο. Μου είναι δύσκολο γενικά να βγαίνω από τη ρουτίνα μου και να προσαρμόζομαι απότομα σε καινούρια δεδομένα. Ίσως γι' αυτό δεν επέστρεψα ποτέ στην Ελλάδα κι αντ' αυτού συνέχισα από τότε να ταξιδεύω από χώρα σε χώρα, είτε κάνοντας έρευνα πεδίου, είτε για τη συνέχιση των σπουδών μου. Έπειτα από το πρώτο μου διδακτορικό ανέλαβα μία θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία μου εξασφάλιζε ένα σταθερό -αν και όχι ιδιαίτερα μεγάλο- εισόδημα, αφήνοντάς μου παράλληλα μια σχετική άνεση χρόνου, απαραίτητη λόγω της στροφής μου προς την έρευνα και τις υπόλοιπες ασχολίες μου.

Πήρα μέρος σε διάφορες αποστολές στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, αν και τα περισσότερα ταξίδια μου αφορούσαν αρχικά την κεντρική και βόρεια Ευρώπη και μετέπειτα την Νότια Αμερική και την Ωκεανία. Περιοχές του κόσμου που αποτελούν κέντρο έντονου ενδιαφέροντος για τους μυημένους στον κλάδο της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας. Οι ζούγκλες στα ανατολικά των Άνδεων και τα υψίπεδα της Νέας Γουϊνέας διεύρυναν τους ορίζοντές μου και αποδέσμευσαν πλήρως την φαντασία μου. Κατέγραψα κομμάτια από τις γλώσσες των ιθαγενών του δυτικού Αμαζονίου και της βόρειας Αργεντινής, συνομίλησα με τους Κοροβάι της δυτικής Νέας Γουϊνέας και παρακολούθησα ασύγχρονα την πορεία στον χρόνο των απογόνων των διαλέκτων της Παλαιάς Γερμανικής, αυτόνομες γλώσσες πλέον που μιλιούνται από τις Άλπεις ως τη Σκανδιναβία, εάν δεν λάβουμε υπ' όψιν μας την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νότιο Αφρική και πολλές ακόμη χώρες, διάσπαρτες στον παγκόσμιο χάρτη. Όλ' αυτά, τα θαυμάσια βεβαίως, ήρθαν με ένα τίμημα. Δεν ένιωσα ποτέ ασφαλής στην αγκαλιά μιας γυναίκας, παρά μόνο συγκυριακά χάδια τα οποία δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα τέτοιο κενό.

Η πιο μακροχρόνια σχέση μου κράτησε 6 χρόνια. Το όνομά της ήταν Ingrid. Ingrid Persdottir. Ήταν μια θαυμάσια κοπέλα. Σπουδάζαμε μαζί στην Οξφόρδη, αλλά πέρα από την περιστασιακή βόλτα στην παμπ με τους υπόλοιπους συμφοιτητές, δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή. Έπειτα, βρεθήκαμε μαζί στις πρώτες αποστολές στις Άλπεις. Ήταν τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής μου. Νωρίς το πρωί βγαίναμε για περιπάτους στις χιονισμένες βουνοπλαγιές και τους λόφους. Έπειτα, μέχρι το απόγευμα, καταγράφαμε και αναλύαμε τον λόγο, γραπτό και προφορικό, σύγχρονο και ιστορικό, των κατοίκων της περιοχής. Και μετά μας περίμενε ένα ζεστό γεύμα σε κάποιο γραφικό εστιατόριο ή στο σπίτι κάποιου Hans ή κάποιας Anna. Στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο μας κάναμε σκι ή κουρνιάζαμε στο σαλόνι κάποιου ξενώνα, απολαμβάνοντας ζεστά ροφήματα με μόνη συντροφιά το τρίξιμο του ξύλου που σιγόκαιγε στο τζάκι. Στην Αυστρία και στην Ελβετία γνώρισα το πώς είναι να σε αγαπά κάποιος. Στο μέλλον θα ευχόμουν να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό.

Το πρόγραμμα στην κεντρική Ευρώπη διήρκησε 4 χρόνια. Η προσκόλληση μου στη ρουτίνα της ζωής μου με έκανε να αναζητήσω το επόμενο ερευνητικό πρόγραμμα. Σύντομα ανακάλυψα ότι υπήρχαν ευκαιρίες στην Νέα Γουϊνέα. Η Ingrid είχε άλλες ανάγκες. Σταθερότητα, ηρεμία, μητρότητα... Τίποτε από τα οποία δεν θα μπορούσα να προσφέρω σύντομα, τουλάχιστον όχι όσο θα βρισκόμουν στα υψίπεδα και στις ζούγκλες της Ωκεανίας. Προσπαθήσαμε να συμβιβάσουμε τα πράγματα. Στο τέλος καταλάβαμε ότι είχαμε απλά αρχίσει να πιέζουμε ο ένας να ακολουθήσει τον άλλον, σε μια ζωή που, εάν δεν είχαμε γνωριστεί, κανείς από τους δύο μας δεν θα επέλεγε. Το ευτύχημα είναι ότι κανείς δεν κεράτωσε κανέναν, τουλάχιστον δεν υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου. Όχι ότι είχα ποτέ το κουράγιο ή τη θέληση να το ερευνήσω ιδιαίτερα. Ίσως τελικά με βόλεψε, με κάποιον διεστραμμένο τρόπο, η τροπή που πήραν τα πράγματα. Γυρνώντας από το τρίτο ταξίδι μου, βρήκα το σπίτι που νοικιάζαμε μισοάδειο και ένα μακροσκελές σημείωμα να με περιμένει. Η όλη τριβή με είχε ήδη κάνει ράκος κι έτσι η κατάληξη ήταν τελικά λυτρωτική. Αλλά η συνειδητοποίηση ότι ακόμη κι ένας άνθρωπος που τρέφει βαθιά αγάπη για εμένα και κατανοεί τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες μου δεν θα με ακολουθούσε μέχρι το τέλος, μου κόστισε πολύ. Αποστασιοποιήθηκα σταδιακά από την ανάγκη μου για γυναικεία συντροφιά. Οι επόμενες σχέσεις μου ήταν πάντα βραχυπρόθεσμες και περιστασιακές.

Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι αφοσιώθηκα πλέον πλήρως στις έρευνές μου. Όχι ότι είχα και κάτι καλύτερο να κάνω άλλωστε... Τα επόμενα χρόνια άρχισα να κινούμαι δυναμικότερα και στον χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Το πρώτο μου διδακτορικό και τα αποτελέσματα της έρευνας της ομάδας μου στις Άλπεις δεν ήταν αρκετά προφανώς... Ώρες ώρες σιχαίνομαι την επιστημονική κοινότητα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αντί να είναι ο χώρος ανταλλαγής απόψεων και διαμόρφωσης συνειδήσεων, συχνά γίνεται ένα κλαμπ από κακομαθημένα κομπλεξικά που τις βγάζουν έξω να τις μετρήσουν... Τις γνώσεις τους... Απεχθάνομαι την αλαζονεία όσο λίγα πράγματα! Και μπορώ να συγχωρήσω την αλαζονεία σε έναν αγνώμονα άνθρωπο. Όχι όμως και σε κάποιον που υποτίθεται ότι προάγει την γνώση και την απαλλαγμένη από ταμπού πληροφόρηση. Αν κάποιος είναι αλαζόνας, έχοντας ωστόσο συσσωρεύσει γνώση, είναι βαθύτατα ανασφαλής, ενίοτε κομπλεξικός, και σίγουρα πολύ επικίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση τα ταξίδια μου στην Νέα Γουϊνέα με μεταμόρφωσαν. Βρήκα εσωτερική γαλήνη σε καθημερινές συνήθειες των ιθαγενών, όπως κυνήγι και ψάρεμα στη ζούγκλα, παραγωγή άλευρου από κορμούς δέντρων, μετακίνηση σε περισσότερο βιώσιμες περιοχές. Έγινα αναπόφευκτα και λίγο λαογράφος. Κι έμεινα εμβρόντητος μπροστά στον θαυμαστό γλωσσικό πλούτο του γιγάντιου αυτού νησιού. Είναι διαφορετικό να έχεις διαβάσει για τις 500 και πλέον γλώσσες που μιλιούνται εκεί και διαφορετικό να τις ακούς και να προσπαθείς να τις μιλήσεις. Χωριά με απόσταση μερικών μόνο χιλιομέτρων μεταξύ τους, μιλάνε γλώσσες που προέρχονται από διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες.

Όταν το πρόγραμμα στη Νέα Γουϊνέα έλαβε τέλος έψαξα αμέσως την επόμενη περιπέτεια. Δεν είχα ακόμη κουραστεί αρκετά ώστε να επιθυμώ μια ήρεμη ζωή κι ούτε κατά διάνοια είχα καταφέρει να ξεφύγω από τους δαίμονες μου. Οι εμπειρίες μου στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί του κόσμου, αλλά και η υποσυνείδητη τάση μου να συνεχίσω να αποφεύγω τον δυτικό πολιτισμό, για προφανείς λόγους, με ωθούσαν στην αναζήτηση ανεξερεύνητων περιοχών, λαών, φυλών και γλωσσών. Η Καθολική Γραμματική των Chomsky, Montague και λοιπών είχε ήδη εγκαθιδρυθεί ως η κυρίαρχη γλωσσολογική προσέγγιση του προβλήματος της γέννησης των γραμματικών δομών στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά η έρευνα σε αυτόν τον τομέα γνώριζε ακόμη μεγάλη άνθιση. Έχρηζε δε διεπιστημονικής αντιμετώπισης. Έχοντας συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό που μου επέτρεπε την άνεση να το μοιράζω κατά βούληση, χρηματοδότησα εν μέρει και με προσωπική πρωτοβουλία μια σειρά ταξιδιών στη Νότια Αμερική. Σε αυτά τα χρόνια γνώρισα μία ακόμη ενδιαφέρουσα γυναίκα, την Gunhild Olafssen. Ναι, το παραδέχομαι... Είμαι καταραμμένος! Το ανεξάρτητο πνεύμα και τα χυμώδη κάλλη των γυναικών της Σκανδιναβίας μ' έχουν πλανέψει για τα καλά. Το, φυσικά αναπόφευκτο, μεταξύ μας ειδύλλιο μού προσέφερε μια φρέσκια ματιά στο πώς να αντιμετωπίζω τις διαπροσωπικές μου σχέσεις. Είχαμε μια πολύ τρυφερή σχέση, απολαμβάνοντας ο ένας τον άλλον σε διάφορα επίπεδα, χωρίς ωστόσο να ζητάμε ανταλλάγματα. Δεν μοιραζόμασταν τα ίδια πάθη, κάτι που μας έκανε ενίοτε απόμακρους, αλλά ήταν πάντα μια σχέση βασισμένη στην αλληλοκατανόηση.

Χωρίς να το ξέρω, η αποστολή μου ήταν σχεδόν σύγχρονη με τα ταξίδια του Daniel Everett και τις πρώτες, εν αγνοία, σπορές ανέμων στην πολυτάραχη ιστορία της Καθολικής γραμματικής. Τότε βέβαια η διεπιστημονικότητα και γενικότερα το αλισβερίσι πληροφοριών ήταν πράγματα πολύ περιορισμένα, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Έτσι λοιπόν μου έμελλε να επιλέξω να μελετήσω φυλές που δεν είχαν εν τέλει το ενδιαφέρον που αποδόθηκε σε άλλες. Ωστόσο, τα ταξίδια μου ανατολικά των Άνδεων διεύρυναν ακόμη περισσότερο τους ορίζοντές μου, με εφοδίασαν με μια πιο κριτική ματιά πάνω στις επιλογές μου και τελικά ολοκλήρωσαν το έργο μου πάνω στην έρευνα των μελλοθάνατων γλωσσών του κόσμου. Επίσης, η γνωριμία μου με την Gunhild μού απάλυνε τον πόνο του χωρισμού μου με την Ingrid, αναπτερώνοντας το ηθικό μου και αφήνοντάς μου μια γενικότερα αισιόδοξη στάση προς τη ζωή. Πέρα από αυτό όμως, μου προσέφερε και κάτι καινούριο˙ νέα ερεθίσματα, νέους γλωσσικούς, ανεξερεύνητους ορίζοντες!

Μετά από το πηγαινέλα στην Αργεντινή έμεινα για λίγο καιρό σταθερά στην Οξφόρδη. Δεν κυνήγησα ποτέ κάποια θέση ανώτερη του λέκτορα στο Πανεπιστήμιο. Αναδρομικά, αυτό που καταλαβαίνω για τον εαυτό μου είναι ότι δεν ήθελα για κανένα λόγο να δεσμευτώ σε ένα μέρος. Παρ' όλ' αυτά, η πόλη των ονειρικών πυργίσκων, όπως την περιγράφει ο Matthew Arnold, με την αρχιτεκτονική να αντικατοπτρίζει κάθε πτυχή της ιστορίας της Αγγλίας από την έλευση των Σαξόνων στην νήσο, και τον μουντό, νωχελικό καιρό της, επέδρασε καταλυτικά στην ψυχολογία μου. Μετά την μπόρα του χωρισμού μου με την Ingrid και την εργασιομανία που με κατέλαβε, η οποία λειτούργησε ως διέξοδος από τα προσωπικά μου προβλήματα, έφτασε επιτέλους η στιγμή να καθαρίσει ο ουρανός... Και μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, ίσως και ειρωνικό, το ότι αυτό έγινε στην Οξφόρδη, σε μια πόλη που από τις 365 μέρες του χρόνου οι 364 είναι βροχερές... Όμως δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Καταπιάστηκα για κάποιο χρονικό διάστημα με την Αγγλική λογοτεχνία, από την ρομαντική της εποχή μέχρι τα αγγλοσαξονικά έπη, όπως το Beowulf. Αυτό ενέτεινε το ενδιαφέρον μου για τη Γερμανική και Σκανδιναβική γραμματεία. Θυμήθηκα τα χρόνια των σπουδών μου. Έγραψα κι ένα μικρό, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ανάλαφρο και αισιόδοξο. Κι έχοντας ως εφόδιο μονάχα την ειλικρίνειά μου και ένα αδρό ταλέντο στη συγγραφή, το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτα αφελές, αν και είμαι σίγουρος ότι όσο κι αν καλλιεργήσει ένας λογοτέχνης το ύφος του, ό,τι μπορούσε να γραφτεί μέχρι τώρα -μιλώντας πάντα για το περιεχόμενο μιας ιστορίας- έχει ήδη γραφτεί, κι όχι λίγες φορές. Γιατί είναι η πληροφορία που συσσωρεύεται μέσω της παρατήρησης και της μελέτης που γεννά στους ανθρώπους ερωτήματα. Κι είναι αυτά τα ερωτήματα με τα οποία προβληματίζονται, μεταξύ άλλων, οι λογοτέχνες. Μόνο στο μέλλον μπορεί να ελπίζει κανείς τελικά. Το παρελθόν μας κρατά απλώς συντροφιά, ή κυνηγά ανελέητα όσους από εμάς είναι φύσει αυτοκαταστροφικοί.

Έπειτα από δύο χρόνια παραμονής στην Οξφόρδη ένιωθα πως είχα χαλαρώσει πολύ. Τόσο ώστε αν αφηνόμουν στη ρουτίνα της πόλης αυτής θα άρχιζα να μοιάζω σαν όλους αυτούς τους βαριεστημένους παππούδες που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να πίνουν τσάι και να λαρυγγίζουν διάφορες εκφορές που θύμιζαν Παλαιά Αγγλικά. Την βαρεμάρα μου ήρθαν να ταράξουν τα δυσάρεστα νέα για την αυτοκτονία του αδελφού μου, Δημήτρη. Έσπευσα στην Αθήνα για την κηδεία. Ήμουν αποσβολωμένος. Δεν ήταν ότι η κατάληξη της ζωής του θα μου προκαλούσε έκπληξη, αλλά μην έχοντας βιώσει ξανά την τελεσίδικη απώλεια του θανάτου, δεν κατάφερα να προσαρμοστώ άμεσα στα νέα δεδομένα. Μετά από μερικές μέρες άβολης συνειδητοποίησης επέστρεψα στην Οξφόρδη, χωρίς τα πλάνα μου να περιλαμβάνουν την περαιτέρω παραμονή μου εκεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεχαστώ! Το ανανεωμένο μου ενδιαφέρον στη γλωσσολογία με ώθησε να κάνω μια καινούρια αρχή. Έχοντας κρατήσει ακόμη επαφή με την Gunhild, επέλεξα να μετακομίσω στη Δανία. Παρακολούθησα σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, με ποικίλη θεματολογία. Έχοντας πλέον παθιαστεί με τις Σκανδιναβικές γλώσσες και την ιστορία τους, αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Κοπεγχάγη. Τελικά απέκτησα το 1987 άλλο ένα διδακτορικό, αυτή τη φορά με θέμα τον ρόλο των κοινωνικών τάσεων στην διαμόρφωση του γλωσσικού υποβάθρου ενός δεδομένου πληθυσμού και την επιρροή του πολιτικού σκηνικού σε αυτήν, με μοντέλο την κατάσταση των Σκανδιναβικών χωρών.

Το ίδιο έτος, άφησα για λίγο τις ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις, αναγκασμένος να γυρίσω ξανά στην Ελλάδα. Η υγεία του πατέρα μου είχε επιδεινωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να βρεθώ οπωσδήποτε δίπλα του. Έμεινα για λίγο καιρό στην Αθήνα. Του διάβασα την αυτοβιογραφία μου. Μου εξέφρασε την συγκίνησή του για τα κατορθώματα μου, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινε την πλήρη βαρύτητά τους. Μου είπε ότι τον λύτρωσα από το γεγονός του θανάτου του αδελφού μου. “Κάθε χαμένη ψυχή αντιστοιχεί σε μία άλλη, αποθεωμένη”, μου είπε. Άρχισε να συνειδητοποιεί πολύ αργά στη ζωή του την αξία της ισορροπίας. Θα αρκούσε να μπορεί να μου αποδείξει κάποιος ότι αυτό το γεγονός τον ηρέμησε, αν και αμφιβάλλω. Βίωσα τον θάνατό του ως κάτι που θα άλλαζε την πορεία της ζωής μου αμετάκλητα.

Εργάστηκα για δύο χρόνια στο Πανεπιστημίο της Κοπεγχάγης, έχοντας ξανά θέση λέκτορα. Η πόλη ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την Οξφόρδη, γεμάτη με νέο κόσμο και πολλούς καλλιτέχνες. Ούτε αυτό όμως στάθηκε δυνατό να με κρατήσει σε ένα μέρος για πολύ. Η παλιά μου δίψα για περιπέτεια επανήλθε. Έμαθα ότι υπήρχε μια θέση σε ένα διετές ερευνητικό πρόγραμμα για την εξέλιξη των γλωσσών της Γροιλανδίας μετά από την αποίκησή της από Σκανδιναβούς θαλασσοπόρους του 10ου αιώνα. Η εισαγωγή μου στην ομάδα ήρθε εύκολα.

Η Γροιλανδία δεν μου επιφύλασσε ιδιαίτερες εκπλήξεις. Η έρευνα μας πάνω στον λόγο των Ινουίτ έφερε αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι άνθρωποι ήταν φιλόξενοι και συμπαθείς. Έκαναν ότι μπορούσαν για να μας εξυπηρετήσουν, σε μια περιοχή στην οποία αδυνατώ μέχρι και σήμερα να καταλάβω το τι ακριβώς τους ώθησε να εγκατασταθούν. Είναι διαφορετικό να βρίσκεται κάποιος εκεί περιστασιακά και να απολαμβάνει την εξωτική -σχεδόν εξώκοσμη- ομορφιά, γνωρίζοντας ωστόσο ότι είναι πολύ μακριά από την ασφάλεια των πόλεων, κι άλλο πράγμα να ζει εκεί, μονίμως εκτεθιμένος σε κακουχίες και κινδύνους που λίγα μέρη του κόσμου επιφυλάσσουν. Όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, αυτά τα μέρη, τα επικίνδυνα, δεν είναι για 'μας, τους “αστύθρεφτους”.

Στα 46 μου χρόνια, έχοντας πατήσει το πόδι μου στις ζούγκλες και στα οροπέδια των πιο απομακρυσμένων από τον “πολιτισμό” περιοχών του κόσμου, έχοντας ταξιδέψει μέχρι και στην παγωμένη γη του βορείου πόλου, δεν είχα γνωρίσει ποτέ ουσιαστικό κίνδυνο. Δεν είχα φοβηθεί ποτέ για τη ζωή μου. Εν τέλει συνειδητοποίησα ότι είναι κι αυτό μέσα στο πρόγραμμα. Η πτήση με την οποία θα επιστρέφαμε στη Δανία δεν έμελλε να φτάσει ποτέ στον προορισμό της. Λόγω μηχανικής βλάβης, ο πιλότος έχασε τον προσανατολισμό του και μας οδήγησε στα ανοιχτά του βόρειου παγωμένου ωκεανού. Όταν το σύστημα επανήλθε και το πλήρωμα κατάλαβε πού βρισκόμαστε, δεν υπήρχε πλέον άλλη επιλογή από τον να κάνουμε αναγκαστική προσγείωση στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας. Είχα απογοητευτεί. Δεν ήθελα να περάσω τα Χριστούγεννα σ' ένα ξεχασμένο από τον Θεό μέρος. Και με τις καταιγίδες να μαίνονται αυτήν την εποχή του χρόνου, δεν νομίζω ότι θα παίρναμε άδεια να επιστρέψουμε άμεσα.

Κατά την παραμονή μου στο Λονγκίερμπιαν, την πρωτεύουσα του Σβάλμπαρντ, η απογοήτευσή μου με έκανε να χάσω την ψυχραιμία μου και την υπομονή μου, γεγονός που με οδήγησε σε ακόμη σκοτεινότερα μονοπάτια. Θέλοντας να βρω λίγη γαλήνη, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα. Μόνος μου. Η χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ. Ο καιρός δεν μου φαινόταν απαγορευτικός, αλλά έχοντας μηδενική ικανότητα στην, έστω εμπειρική, πρόγνωση των καιρικών συνθηκών, με πρόλαβε χιονοθύελλα προτού καταφέρω να επιστρέψω στον ξενώνα. Έχασα πλήρως τον προσανατολισμό μου κι άρχισα να περιφέρομαι μάταια στο παγωμένο τοπίο. Η ομίχλη δεν μου επέτρεπε να δω σε περισσότερα από 5 μέτρα απόσταση. Θα μπορούσα κάλλιστα να βρίσκομαι στο όριο της πόλης και να μην το είχα καταλάβει. Μετά από μερικές ταραχώδεις ώρες, βρήκα μια κόγχη στους πρόποδες ενός λόφου. Το ένστικτό μου είχε επιβληθεί στην λογική μου κι έτσι αποφάσισα να περιμένω μέσα στην σπηλιά, μέχρι να κοπάσει η θύελλα. Η δεύτερη χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ...

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

25/04/2012

You talk big
and you stare bold,
while your mind's sick...
Your ideas are old...

And despite your need
that the world should betray you,
for the bitter truth
is too heavy a burden,
in the end it is obvious...

You could always see it
clear as the clearest day
and forever since know
it's yourself whom you betray.
And you fear to ask
"must this go any further?"

I won't give you conclusion...
You may keep talking big...
The more you seek absolution
the more your mind will be sick...

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Beer rules

To be honest, I'm not sure why I have ever started this sentence... To be honest, I don't know why I'm even writing in english! Some things just seem right. Sometimes people need only a loose hook just to start... But I still don't know where to start, even though I have actually started! Let's see...

Getting to know people one has actually acquainted some time ago is fascinating. At least sometimes... And nothing fits better in a good chit-chat than a keg of chill, refreshing weissbier! Even though sometimes it might be better to talk about beer than actually drink! Don't get me wrong. I love beer! Yet talking about it has also a quality of its own. You get to understand what people mean when they say "bitter". And then you are the lucky guy to bring your favorite taste to mind and somehow actually taste it. Heh... Now that's a word I'm using a lot lately. "Actually"...

It's time that people came to realize that whatever is actual for someone might not be or most certainly IS not actual for anybody else in this world. Bitterness differs from bitterness and this kind of rule applies to every possible context or concept.

Talking about rules... People LOVE rules. And rulers... Rammstein have sung about it: "[...] Und halten uns an Regeln / wenn man uns Regel lässt [...]". Rules -and rulers- tend to fulfill man's need for order, to put it mildly. Or man's illusion of order, ACTUALLY.

What's even more irritating, especially when one has had one or two more litres than his usual amount of beer, is the misunderstanding this love of rules has caused, at least here in Greece. Any anglo-saxon has a small list of nouns in his everyday vocabulary, refering to "rule" or similar concepts with meaning assigned to each one accordingly, from which he may choose at any given situation. Here in Greece we have... TWO! "Νόμος" meaning "rule", "regulation" or "law" and "κανόνας" meaning "rule", "regulation", "norm", "canon" and "ruler", the instrument. To be fair we colloquially use the word "νόρμα" too, meaning "norm", yet not quite enough and not with the same connotation as the other two. And there lies a potential misunderstanding.

Using the word "κανόνας" both for "rule" and for "norm", people tend to mix up the two meanings somehow, taking for granted that a "κανόνας" is more often than not something imposed, like a rule, instead of something spontaneous, which is followed by the biggest portion of a population only because it is spontaneous, like a norm.

Well, it seems I'm getting carried away again... Might that mean that I love rules too? Or do I love to hate them? I'll say that's enough for now. Let's get back to beer.

Beer has a unique, almost infinite flexibility. In the most general sense possible, whatever is brewed via imposed fermentation of sugars, derived mostly from cereal grains, is a beer. Even sake, the japanese beverage, also refered to as "rice wine", is in fact more of a beer than a wine. And while people would think blonde, red, or ebony, pale or stark, full or clear when they hear the word "beer", not sake or, say, vinegar -and yes, there is beer vinegar- this is kind of foolish, because they'd miss a lot of flavour out there. Kind of my field of expertise, actually... Missing flavours... That's because of my sense of smell. Or rather my lack of it...

And that's what I believe has happened to people too... They lost their ability to smell. To smell every subtly different attribute in other people, every little daydream, every chance for change. That, I think, occured somewhere along the road of overpopulation. We've become so inconceivably populous that our accumulated reek and stink of loath and delusion has overwhelmed our fragile beauty. Not that there isn't any beauty anymore. There's just no way to see it, covered in fear and chagrin. So, people can now only sense the pungent and violent aromas. Not that they aren't beautiful in their own right, but people tend to mistake intensity for beauty all the more because of that situation...

Anyway, it's been a while and I have yet to find a solid subject to debate on. Maybe I'm forcing it too much. And that's really another thing that matters... Take it as a rule of thumb: norms work better than rules. Forcing something will get you nowhere eight times out of ten. Spontaneity rules! Of course some people thrive under pressure and there are also a lot of people who need rules in their lives, lest they fall apart. But then again they are the ones who have the innate need for rules. They are not forcing anything, even though they want to be forced.

I always liked a nice play on words. But this time I really think I'm getting nowhere with this. So I might as well just stop right now... Well, untill next time we'll contemplate on rules and impulses, beauty and the beast... Drink responsively...

Edit: 13/7/2023, 12:35. Yes, I've been revisiting my old texts every now and then. Those that I find irredeemable I just let be. But some, like this one, still look like is on the right path, even though a bit pretentious. The thing is I disagree with younger Elias on a couple of things. I'll mention two, the most glaring ones in my current opinion. With hindsight and a literal decade of accumulated knowledge, I can now safely say that norms too can very well be imposed, it's just a different mechanism. I was mostly talking about trends and tendencies, not norms. Of course, I wrote that text after having more than my usual amount of beer, so a bit of confusion was in order. Funny how I was confused on the terms and the matter I was accusing others of being confused -not that what I was thinking about how the word κανόνας is used wasn't true, it's just that I too was a bit fuzzy on some details. Number two is a bit more naïve -and, I'd argue, a lot more dangerous- and that's my reference to "overpopulation". Oh, that old bastard Malthus, how influential was he through the ages to younger me, even without having heard his name at that point. Again, what I was saying about people having lost the ability to smell is true, just not for the reasons I was supposing then. On the contrary, it is true precisely because of the imposed norms of selfishness, profit, misanthropy, and general cruelty, vulgarity and cynicism. Bear in mind, future me, that my current references to "selfishness" and "vulgarity" aren't based on any equally naïve and dangerous moralisms, they are but mere representations of the decadence capitalism has imposed on society. Now, as a final note, I will say that perhaps I found this little piece of writing salvageable because I recognised that what I couldn't see clearly then I can see clearly now by connecting the dots the right way and without invoking any imaginary causes this time. Funny thing is that at first it was just a hunch and only as I was closing this errata section did it dawn on me... Let's see what I'll find out in ten years, if anything...

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Γκρήκλις

Δεν έχω σκοπό να σας δώσω έναν λόγο για να χρησιμοποιεί κανείς γκρήκλις. Δεν είμαι ούτε υποστηρικτής τους, ούτε πολέμιός τους. Θα σας πω όμως γιατί δεν τα βρίσκω επικίνδυνα όπως παρουσιάζονται από διάφορους καλοθελητές και λοιπούς τσαρλατάνους.

Φοβάται ο Έλληνας ότι τα greeklish εκφυλίζουν τα Ελληνικά... Αυτό είναι ακριβώς το ίδιο παραμυθάκι που χρησιμοποιούσαν οι κάποτε ανασφαλείς για τον εκφυλισμό των Ελληνικών λόγω της ολοκληρωτικής στροφής από την Καθαρεύουσα στη Δημοτική και από το πολυτονικό στο μονοτονικό... Για να τα δούμε λίγο...

Ξεκινώντας από το πολυτονικό, βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα σύστημα που αποτελεί μια σχετικά φίνα περιγραφή των μορφοφωνητικών κανόνων των Αρχαίων Ελληνικών, η οποία όμως ήταν εντελώς μη πρακτική για το ευρύ κοινό και άχρηστη στην καθημερινότητα, μιας και τα σύμβολα του πολυτονικού δεν είχαν κάποιο εμφανές αντίκρισμα. Αφού οι προαναφερθέντες μορφοφωνητικοί κανόνες πάνε πακέτο με τα Ελληνικά της εποχής του Περικλή και όχι με τα σημερινά, η χρήση του πολυτονικού -της περιγραφής δηλαδή της επίμαχης φωνολογίας- κρίνεται άχρηστη και πλεοναστική στην καθημερινότητα. Ένας γλωσσολόγος ξέρει πού χρησιμεύει η περισπωμένη, ως μέρος μιας περιγραφικής συμβολολογίας, όπως ξέρει επίσης ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τη χρησιμοποιεί κάποιος στον καθημερινό γραπτό λόγο, ούτε καν ένας φιλόλογος. Είναι ένα κατασκεύασμα, κυρίως -αν όχι μόνο- για την ευκολία των ερευνητών και την καύλα των ποιητών. Παρεμπιπτότνως, το ότι είναι κατασκεύασμα δεν το λέω εγώ, ένας "προοδευτικός" που θέλει να "καταστρέψει" οτιδήποτε εθνικό. Το λέει η ίδια η Ιστορία. Το πολυτονικό κατασκευάστηκε τα χρόνια του Βυζαντίου απλό λόγιους της εποχής που είχαν ήδη συνειδητοποιήσει ότι η γλώσσα υπόκειται σε αλλαγές, ως ένας τρόπος να διατηρηθεί στον γραπτό λόγο η φωνολογία μιας ήδη εκκλιπούσας μορφής των Ελληνικών.

Πίσω στα γκρήκλις όμως... Μιλάνε για αποσύνδεση της γλώσσας από την προέλευσή της και κουτσούρεμα της ετυμολογίας της, λόγω εισβολής στην ορθογραφία. Και με τέτοιες αφελής κινδυνολογίες θέλουν να πείσουν ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι το μόνο απολύτως κατάλληλο για να τα εκφράσει όλα αυτά... Ή ότι έχει έστω κάποια σχέση απαραίτητα με όλα αυτά... Αρχικά ας πιάσουμε την ετυμολογία.

Η μόνη σχέση αλφάβητου και ετυμολογίας είναι ότι το πρώτο διευκολύνει την αποτύπωση της τελευταίας στο γραπτό λόγο. Εν τέλει, η ετυμολογία διαμορφώνει και την ορθογραφία, τον τυποποιημένο δηλαδή τρόπο γραπτής αποτύπωσης της γλώσσας, τόσο σε επίπεδο λεξιλογικό όσο και σε επίπεδο μορφοφωνητικών κανόνων. Έχει δε να κάνει και με την παραγωγική μορφολογία -εδώ να σημειώσω ότι η ορολογία που χρησιμοποιώ μπορεί να μην είναι δόκιμη, αλλά με έχουν πλανέψει αυτοί οι βρωμιάρηδες Αγγλοσάξονες... Γι' αυτόν τον σκοπό το ελληνικό αλφάβητο είναι βεβαίως ικανοποιητικά επαρκές. Όσο ακριβώς όμως μπορεί να είναι και το λατινικό, ή οποιοδήποτε αλφάβητο εν πάση περιπτώση, αν υπάρχει αποτελεσματική αντιστοίχηση των γραφημάτων με τα φωνήματα.

Να σας πω ποιος εισβάλει στην ορθογραφία; Το υπουργείο παιδείας και οι τσαπατσούλικες και στείρες μέθοδοί του. Βάζουν τα παιδιά του δημοτικού να μάθουν ορθογραφία μέσω επανάληψης, λες και βρισκόμαστε στο '20 -το 1920- λες και δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Θα πρέπει δηλαδή το παιδί να έχει οπωσδήποτε άσχημη εμπειρία από τη γνωριμία με την ίδια του τη γλώσσα. Και μετά γκρινιάζουν για τα γκρήκλις... Μαλάκες... Εν τω μεταξύ όποιος γράφει ορθογραφημένα Ελληνικά, ακολουθεί συνήθως και μια αυθαίρετη μεν, λειτουργική δε, προσωπική μέθοδο που προσεγγίζει ή θυμίζει την αντίστοιχη ελληνική ορθογραφία. Κοινώς γράφει "ορθογραφημένα" γκρήκλις, κάτι παράδοξο μιας και τα γκρήκλις δεν έχουν τυποποιημένη ορθογραφία.

Μιλώντας όμως για τυποποίηση, λέω να σας παραθέσω ένα πρόβλημα... Αναρωτηθήκατε ποτε τι θα κάνει οποιοσδήποτε Πατρινός με τα "λι" και τα "νι" του, που ακόμη κι εγώ χρειάζεται να τα βάλω σε εισαγωγικά για να καταλάβετε τι εννοώ; Κάποτε υπήρχαν προσφύματα, και μέσα σ' αυτά το j -γιοτ... Γιατί λοιπόν ο Πατρινός να μη γράφει το "λι" ως "lj" ή έστω ως "λj" και το "νι" ως "nj" ή "νj"; Η φωνολογία της πατρινής διαλέκτου δεν έχει δικαίωμα να συνεχιστεί; Ρώτησατε τον Κρητικό αν τον βολεύει το "σ" που χρησιμοποιούν όλοι οι Έλληνες και εκείνος το προφέρει ως "παχύ", φατνιακό;

Προφανώς δεν υποστηρίζω την χρήση των γκρήκλις ως λύση, κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι το εν λόγω "πρόβλημα" δεν είναι όντως πρόβλημα στην πραγματικότητα. Στο σύνολο της Ελληνικής γλώσσας το παχύ "σ" με το δικό μας "σ" είναι αλλόφωνα. Είναι δηλαδή εκφορές του ίδιου συμφώνου που διαμορφώθηκαν αλλιώς από περιοχή σε περιοχή λόγω της διαφορετικής πορείας που πήρε κάθε διάλεκτος. Στην πραγματολογία και σημειολογία όμως, όπως και στην ετυμολογία, δεν έχουν καμία διαφορά... Ένα "σήμερα" με παχύ "σ" σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με ένα "σήμερα" με το "σ" που εκφέρω εγώ. Άρα δεν υπήρχε ανάγκη να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό σύμβολο για το παχύ "σ". Απεναντίας αν γινόταν κάτι τέτοιο θα δυσκόλευε ενδεχομένως την επικοινωνία, γιατί θα δημιουργούσε περιττή κατηγοριοποίηση στην συνολική πληροφορία. Ό,τι ακριβώς συνέβη δηλαδή με το πολυτονικό. Από τη στιγμή που στα νέα ελληνικά το "ά" δεν έχει καμία διαφορά από το "ᾶ", η ταυτόχρονη χρήση των δύο τύπων δημιουργεί περισσότερη σύγχυση παρά καλή κατανόηση. Στο κάτω κάτω αν ο ομιλητής δεν μπορεί να επικοινωνήσει με την ίδια του τη γλώσσα, δεν θα μπορέσει να επικοινωνήσει και με τους συνομιλητές του. Για να γυρίσουμε όμως στο παράδειγμα με τα παχιά και μη παχιά σίγμα, μια πρακτική εμφανούς διαχωρισμού σε επίπεδο γραφημάτων θα δυσχέραινε εξίσου και την ετυμολογική προσέγγιση ενός λήμματος. Τελικά, μια τέτοια αντιμετώπιση εφαρμοσμένη σε γενικά πλαίσια θα δημιουργούσε ένα σωρό προβλήματα διαιρώντας τον πληθυσμό χωρίς κάποια ουσιαστική χρησιμότητα στον αντίποδα -κρατήστε αυτό το σημείο, μιας και παρακάτω θα αναφερθώ στην αυθόρμητη κανονικοποίηση των greeklish.

Όμως μισό λεπτό... Οι Πατρινοί μιλάνε τη διαλεκτό τους. Οι Κρητικοί επίσης, όπως βέβαια συμβαίνει και με ένα σωρό άλλους Έλληνες... Μιλάμε δηλαδή για ζωντανά γλωσσικά ιδιώματα που εξελίσσονται δυναμικά, συνεχίζοντας μια πορεία αιώνων. Συνδέονται λοιπόν με ένα, ως κάποιο σημείο καταγεγραμμένο, συγκεκριμένο παρελθόν, ακόμη κι αν κατά τα φαινόμενα δεν είχαν το απολύτως κατάλληλο και ταιριαστό εργαλείο-αλφάβητο για να εκφραστούν γραπτά... Τι δεν έπαθαν αυτές οι διάλεκτοι; Δεν "εκφυλίστηκαν"... Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι η διάκριση διαλέκτου και γλώσσας είναι ένα τεχνικό ζήτημα και καμία σχέση δεν έχει με την φαινόμενη κοινή περί αυτής αντίληψη. Στην πραγματικότητα, ο όρος "γλώσσα" είναι πρακτικά ταυτόσημος με τον όρο "διάλεκτος" σε ό,τι αφορά την καθημερινή τους χρήση -ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Στις σύγχρονες όμως κοινωνίες των εθνικών κρατών, κρίθηκαν αναγκαία τα κατασκευάσματα που ονομάστηκαν "επίσημες γλώσσες" στην προσπάθεια ενίσχυσης του αισθήματος κοινής ταυτότητας των πολιτών. Εν τέλει, "γλώσσα είναι μια διάλεκτος με δικό της στρατό, ναυτικό και αεροπορία"...

Ας συνεχίσουμε όμως με τις διαλέκτους, τις γλώσσες και την διαιώνισή τους κι ας πιάσουμε κάτι που αναφέρθηκε στην αρχή και δεν αναλύθηκε ακόμη. Τι μπορεί λοιπόν να πει κάποιος για την Καθαρεύουσα; Το μόνο που θα πω εγώ είναι ότι λάθη γίνονται και στις καλύτερες οικογένειες. Η Καθαρεύουσα ήταν μια χονδροειδέστατη ιδεολογική πατάτα που μόνο σκοπό είχε την ενίσχυση των ταξικών διακρίσεων. Αλλά, είπαμε, εγώ είμαι ο "προοδευτικός" που εχθρεύεται κάθετι εθνικό... Βέβαια αυτά τα λένε όσοι συνειδητά και τεχνιέντως συγχέουν το εθνικό με το εθνικιστικό, αλλά τι 'α κάν'ς; Σε κάθε περίπτωση είναι λάθος να προσποιείται κάποιος, πόσω μάλλον να πιστεύει, ότι μιλάει σωστά Ελληνικά επειδή χρησιμοποιεί αδρές ανακατασκευές οι οποίες στο εθνικιστικό φαντασιακό ταυτίζονται με την ιστορική πραγματικότητα... Κι ούτως ή άλλως δεν νομίζω ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνεχής πλύση εγκεφάλου υπέρ της "ορθής χρήσης" της γλώσσας. Από εκεί ξεκινήσαμε απόψε, άλλωστε. Και σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις άνθρωποι πασχίζουν να χρησιμοποιήσουν αρχαΐζοντες, εσφαλμένα κατασκευασμένους τύπους -όπως για παράδειγμα "αναπτύχθει" έναντι των ορθότερων "ανΕπτύχθΗ" και "αναπτύχθηκε"- χωρίς καν να είναι σε θέση να διαχωρίσουν τα γένη σε μια αντωνυμία. Κι όλο αυτό μόνο και μόνο επειδή έχουν πειστεί ότι ένας αρχαΐζων τύπος είναι πιο "όμορφος" ή τους προσδίδει άλλο κύρος -αλίμονο αν δεν θέλαμε να επιβάλλουμε ταξικές ανισότητες με κριτήριο τη γλώσσα, μαλάκες είμαστε να πρωτοτυπήσουμε;- άρα είναι αυτόματα και σωστός... Θεωρητικά λοιπόν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Καθαρεύουσα λειτούργησε ακόμη και ως τροχοπέδη στην γλωσσική ανάπτυξη του ελληνικού λαού. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει εν τέλει, κυρίως επειδή η γλώσσα δεν λειτουργεί βάσει των επιφανειακών σταθερών που συνηθίζουμε να αναγνωρίζουμε. Το αντίθετο συνέβη ουσιαστικά. Η πραγματική, φυσική γλώσσα λειτούργησε ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Καθαρεύουσας και τελικά της επιβλήθηκε. Το κάνει γενικά αυτό η γλώσσα. Δεν φοβάται ούτε τα κατασκευάσματα, ούτε τις τακτικές απόκρυψης είτε αυτές είναι ασυνείδητες είτε εσκεμμένες. Σε ποιες τακτικές απόκρυψης αναφέρομαι; Για να δούμε...

Στην Καρδίτσα δεν κάνει ζέστη... Κάνει ζέστΑ... Η τυπολογία της νέας ελληνικής χρησιμοποιεί το γράμμα ήτα για να δηλώσει την κατάληξη ουσιαστικών θηλυκού γένους, ενικού αριθμού -και όχι μόνο. Η χρήση της κατάληξης -α σε αυτήν την περίπτωση δεν προβλέπεται πουθενά από την γραμματική που διδάχθηκε κάθε ελληνόπουλο που έβγαλε δημοτικό, ισχύει όμως στην εν λόγω διάλεκτο. Γι' αυτό, το -η και το -α, σε αυτήν την περίπτωση θεωρούνται αλλόμορφα. Χρησιμοποιούνται για τον ίδιο λόγο και το γεγονός ότι είναι διαφορετικά φωνήματα και εκφράζονται γραπτώς με διαφορετικά γραφήματα δεν αλλάζει το νόημα του μορφήματος. Και υπάρχει πολύ καλός λόγος γι' αυτό, μιας και οι δύο τύποι έχουν προέλθει από έναν κοινό στο παρελθόν ο οποίος εκφερόταν με κάποιας μορφής εμπρόσθιο, ανοιχτό, μακρό φωνήεν, το οποίο αναπαριστόταν γραπτώς από το γράμμα Η αλλά ακουστικά δεν είχε καμία σχέση με το φώνημα το οποίο αναπαριστάται γραπτώς από το γράμμα Η/η την σήμερον. Αυτό το φωνήεν, με το ταξίδι του στο χρόνο, τράπηκε σε κάτι σαν ένα μακρό "α" από κάποιους πληθυσμούς, ακόμη πιο ανοιχτό και με ελαφρή οπίσθια τροπή, ενώ από άλλους σε ένα πιο κλειστό, το οποίο έδωσε τη σημερινή μορφή του φωνήματος που αναπαριστάται γραπτώς από το γράμμα Η/η σήμερα, έπειτα από συγχώνευση με το αντίστοιχο που αναπαριστάται από το Ι/ι. Τουτέστιν, οι Καρδιτσιώτες όχι μόνο δεν μιλάνε λάθος Ελληνικά, αλλά είναι η ζωντανή απόδειξη το σχολείο μάς μαθαίνει τα Αρχαία Ελληνικά λάθος -άλλου παπά ευαγγέλιο. Ωστόσο, αν ένας Καρδιτσιώτης γράψει "ζέστα", οι υπόλοιποι καρδιτσιώτες θα καταλάβουν ότι εννοεί αυτό που εγώ αποκαλώ "ζέστη". Ακόμη κι εγώ μια χαρά θα καταλάβω τι λέει, όπως συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις, τουλάχιστον όταν δεν είναι κάτι διαλεκτικά εντονότερο. Σε κάθε περίπτωση οι Καρδιτσιώτες, οι Κρητικοί, οι Μανιάτες, οι Δωδεκανήσιοι και οι υπόλοιποι ομιλητές των διάφορων ελληνικών γλωσσών έχουν τη δυνατότητα να διαιωνίσουν τη διαλεκτό τους, ανεξάρτητα από το τι γράφουν και με ποιο αλφάβητο. Τι δεν έπαθε η Καρδιτσιώτικη διάλεκτος; Δεν εκφυλίστηκε...

Σε τελική ανάλυση, κανείς Καρδιτσιώτης δεν διδάχτηκε ποτέ ότι το -α στο ζέστα είναι κατάληξη ουσιαστικών γένους θηλυκού, αριθμού ενικού. Τουναντίων, όλοι διδάσκονται ότι η "σωστή" κατάληξη είναι το -η. Κι όμως στην Καρδίτσα λένε ζέστΑ εδώ και πολλές γενιές με απόλυτη συνέπεια, μιας και είναι μορφοφωνητικός κανόνας της εν λόγω διαλέκτου. Κανείς Πατρινός δεν εφοδιάστηκε με προσφύματα, ή οποιοδήποτε άλλο σύμβολο για να γράφει τα "λι" και τα "νι" του. Κι όμως τόσες και τόσες γενιές πατρινών επιμένουν να μιλάνε λες και δεν μπορούν να ελέγξουν τους μύες της γλώσσας τους. Ποτέ κανείς Κύπριος δεν εφοδιάστηκε με σημεία που να υποδηλώνουν τη μουσικότητα του ιδιώματός του. Κι όμως οι Κύπριοι μιλάνε ακόμη όπως σχεδόν τραγουδάνε. Η γενιά των γονιών μου διδασκόταν ακόμη την καθαρεύουσα. Όπως και η γενιά των δικών τους γονιών. Ακούτε κανέναν να μιλάει καθαρεύουσα, πέρα από κάτι γελοίους ή γραφικούς τύπους; Άλλαξε η καθαρεύουσα την αυθόρμητη πορεία των Ελληνικών; Ναι, σαφώς, όμως μόνο το κομμάτι που ήταν εξ αρχής μέρος αυτής της πορείας. Κι η στροφή από πολυτονικό σε μονοτονικό; Χάλασε το σύμπαν, ε; Μόνο σύμφωνα με κάτι γραφικούς...

Τόσο λοιπόν ένα αλφάβητο όσο και η ορθογραφία μιας γλώσσας δεν εξυπηρετούν μόνο έναν σκοπό, αλλά μια πλειάδα σκοπών. Το ελληνικό κράτος χρησιμοποιεί το αλφάβητο που ως τώρα έχει καταγεγραμμένα μια καλή ισορροπία μεταξύ της ετυμολογικής του δυνατότητας, της δυνατότητας καταγραφής του φωνολογικού υποβάθρου της γλώσσας, της ευχρηστίας του, της οικειότητας του λαού με αυτό, των αδιαμφισβήτητων ιστορικών δεσμών και πολλών άλλων παραγόντων... Αυτό δεν σημαίνει ότι κανένα άλλο αλφάβητο δεν μας κάνει γι' αυτή τη δουλειά. Ή για οποιαδήποτε άλλη δουλειά όπως ας πούμε η αυτοπροβολή, η δήλωση διαφορετικότητας ή η χρήση μιας κοινωνιολέκτου... Ένα οποιοδήποτε δεκαπεντάχρονο με τα μυαλά στα κάγκελα δεν ενδιαφέρεται ούτε για τα θετικά στοιχεία ούτε για το μέλλον του ελληνικού αλφαβήτου και καλά κάνει, από τη στιγμή που μπορεί να έχει μια εξίσου ικανοποιητική γραπτή επικοινωνία η οποία θα είναι και πιο c00l!!! Και πιο κουλ είναι αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, είτε θετική είτε αρνητική... Όσοι πολεμούν τα γκρήκλις με κινδυνολογίες και μπαρμπαδοσοφίες ενδυναμώνουν στην πραγματικότητα τη χρήση τους. Κι εδώ έρχεται να συμπληρωθεί το σημείο του παζλ με την κανονικοποίηση των γκρήκλις. Τα γκρηκλις έχουν κανόνες. Πρώτ' απ' όλα βέβαια, είναι καλό να υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι είναι ένας κανόνας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους ότι κανόνες είναι ένα σύνολο από πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται επειδή είναι γραμμένες σε κάποιο εγχειρίδιο. Οι πραγματικοί κανόνες είναι αυτοί που ορίζονται από τις τάσεις που καταλήγουν να γίνονται νόρμες. Οι πραγματικοί κανόνες είναι αυτοί που ακολουθούνται αυθόρμητα από το σύνολο ή ένα μεγάλο μέρος του συνόλου ενός πληθυσμού. Στην πραγματικότητα ακόμη και οι καταγεγραμμένες πρακτικές έχουν καταγραφεί ως τέτοιες επειδή έχει παρατηρηθεί κάποια στιγμή στο παρελθόν ότι ισχύουν και ακολουθούνται αυθόρμητα. Η γραμματική λοιπόν και οι "κανόνες" της υπόκεινται στις τάσεις, τις πιέσεις και το αποτέλεσμα της διαμόρφωσης της γλώσσας, δεν υπόκειται η γλώσσα στους γραμματικούς κανόνες. Οι γραμματικοί κανόνες δεν είναι κάτι ιερό, είναι απλά μια περιγραφή της κατάστασης μιας γλώσσας την εκάστοτε στιγμή. Οποιοδήποτε εργαλείο χρησιμοποιείται για την τέλεση ενός συγκεκριμένου σκοπού λοιπόν υπόκειται στις τάσεις και τις πιέσεις που δέχονται οι χρήστες του. Έτσι και τα γκρήκλις. Τα γκρήκλις δεν είναι ένα αλφάβητο, είναι στην πραγματικότητα μια πλειάδα αλφαβήτων. Διαφορετικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικά σύμβολα για διαφορετικούς λόγους. Οι και-καλά-ζόρικοι-μα-συνάμα-ευαίσθητοι έφηβοι -σε αυτήν την περίπτωση γνωστοί και ως κάγκουρες- χρησιμοποιούν το γράμμα "c" στη θέση της συλλαβής "σε", το "n" στη θέση της λέξης "να" και το "s" στη θέση της λέξης "σου", διαμορφώνοντας έτσι ένα καινοτόμο -η πολύ οπισθοδρομικό, ανάλογα τη σκοπιά από την οποία εξετάζεται το ζήτημα- μεικτό σύστημα γραφής το οποίο προέρχεται από το λατινικό αλφάβητο. Στην προσπάθειά τους να αυτοπροσδιοριστούν ως υποσύνολο μέσα σε μια μεγαλύτερη μάζα, δημιουργούν ένα σύστημα γραφής που περιέχει ταυτοχρόνως γράμματα, ιδεογράμματα και συλλαβογράμματα. Όχι ότι κάτι τέτοιο διαφέρει πολύ από τον τρόπο που λειτουργεί σχεδόν κάθε αλφάβητο, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού. Απλά γίνεται πολύ εμφανέστερο. Ασφαλώς μπορεί να μην υπάρχει πλήρης και απόλυτη τυποποίηση, εδώ όμως μιλάμε για κανονικοποίηση. Αυθόρμητη χρήση ενός εκτεταμένου συνόλου υποδείξεων η οποία συμβαδίζει ενίοτε ακόμη και με την υιοθέτηση μιας ολόκληρης υποκουλτούρας. Το ίδιο συνέβη και με τους 13375P34K3R5, που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ως γράμματα τα γραφήματα που χρησιμοποιούν "όλοι οι υπόλοιποι" ως αριθμούς. Εγώ προσωπικά, ώντας ψυχαναγκαστικός, προτιμώ να χρησιμοποιώ γραφήματα που θυμίζουν τα αντίστοιχα ελληνικά όταν γράφω γκρήκλις, dhladh grafw kapws etsi... Άλλοι γράφουν πολύ απλοποιημένα, diladi malon kapos etsi. Πέραν του σταδίου του πειραματισμού όμως, και πέραν των περιπτώσεων στις οποίες υιοθετείται διαφορετικό προσωπείο, κανείς δε γράφει μία έτσι και μία αλλιώς.

Υπάρχει ένα ιδιαιτέρως ευρύ φάσμα μεθόδων, αντιλήψεων και πρακτικών που ακολουθούνται από τους ανθρώπους και διαμορφώνουν το γλωσσικό τους υπόβαθρο. Έτσι, σε κάθε σημείο αυτού του φάσματος συναντούμε και διαφορετική διάλεκτο, ιδιόλεκτο ή κοινωνιόλεκτο, η οποία χρησιμοποιείται για διαφορετικούς λόγους και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις ακόμη και με αστείες έως και περίεργες σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα και τα Νέα Ελληνικά είναι σε μεγάλο βαθμό μια τυποποιημένη εκδοχή κάποιων διαλέκτων που τύγχαναν ευρείας χρήσης στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας σε παλαιότερες εποχές. Όλοι οι Έλληνες διδάσκονται μία Νέα Ελληνική "γλώσσα" με ένα αλφάβητο κυρίως για πρακτικούς λόγους... Μιλάνε όλοι οι Έλληνες με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας; Προφανώς όχι. Έχουν αντιμετωπίσει τα Ελληνικά πρόβλημα στο να διαιωνιστούν, κρατώντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με το παρελθόν τους; Ακόμη κι αν έχουν περάσει ένα σωρό λαοί από τον ελλαδικό χώρο, με ένα σωρό διαφορετικά γλωσσικά υπόβαθρα... Απ' ό,τι φαίνεται, όχι... Αν χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις μας από την Ιστορία για να προσεγγίσουμε το ζήτημα, θα δούμε ότι οι Έλληνες, ανά περιοχές και περιόδους, πέρασαν από ρωμαιοκρατία, βενετοκρατία, φραγκοκρατία, αραβοκρατία, τουρκοκρατία και άλλες τόσες -κρατίες... Οι τοπικές διάλεκτοι δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στο επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα. Αντ' αυτού ο Καποδίστριας μάς έβαλε την λέξη "κράτος" στη θέση της λέξης "ντεβλέτι", γιατί το "ντεβλέτι" είναι εξελληνισμένος τύπος του αραβικού دولة (dawlat), το οποίο μας ήρθε μέσω των Τουρκικών. Φαίνεται ότι χρειαζόταν λοιπόν μια σύνδεση με το παρελθόν μετά από την απελευθέρωση, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει απόλυτη εννοιολογική συνέπεια με το αρχικό νόημα της ελληνικής λέξης "κράτος". Εφευρέθηκαν λέξεις όπως το "ποδήλατο", που ετυμολογικά ισχύει μια χαρά, τραβάει ρίζες από Αρχαία Ελληνικά και είναι επίσης φυσικότατη ως ελληνική λέξη, αλλά δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ προ Καποδίστρια. Δεν άλλαξαν όμως ποτέ λέξεις όπως ζάχαρη, δάνειο από τα αραβικά ξανά... Γιατί χρειαζόταν μια συνεκτική ελληνική γλώσσα, σύγχρονη με την εποχή της, που ωστόσο να παραμένει οικεία και πρακτική στη χρήση για τον πολύ κόσμο... Παρ' όλ' αυτά, διαλέκτους η ελληνική γλώσσα έχει ακόμη αμέτρητες. Και όπως έχει γίνει πλέον προφανές, οι διάλεκτοι αυτές συνδέονται άρρηκτα με το παρελθόν τους, και κατ' επέκταση το παρελθόν των Ελληνικών συνολικά, υπό περιπτώσεις πολύ αμεσότερα μάλιστα απ'όσο συνδέονται τα Νέα Ελληνικά, ως διάλεκτος αντιστοίχως, με τα αρχαία.

Εκφύλισε τη γλώσσα η συνεχής μεταστροφή από μια κατάσταση σε μια άλλη, ή ακόμη και η επιβεβλημένη χρήση ενός γλωσσικού προτύπου; Το αντίθετο μάλλον. Την διάνθισε. Την εμπλούτισε. Την διαιώνισε...

Υπάρχουν φυσικά και διάλεκτοι των Ελληνικών που δεν μιλιούνται πια... Υπάρχουν γλώσσες, χιλιάδες γλώσσες που δεν μιλιούνται πια... Αυτό ναι, είναι πραγματικός εκφυλισμός. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα που ο εκφυλισμός επιβλήθηκε, έγινε είτε εν αγνοία, είτε εν γνώσει τόσο αυτών που τον επέβαλαν όσο και αυτών στους οποίους επιβλήθηκε. Οι γλώσσες όμως υπακούν σε εξελικτικούς κανόνες παρόμοιους και ανάλογους, με αυτούς στους οποίους υπακούει η έμβια ύλη. Κι αυτό γιατί η γλώσσα, όχι η Ελληνική ή η Κινέζικη αλλά η κατάσταση της ομιλίας, είναι κάτι οργανικό. Μάλιστα, ως δευτερεύον σχόλιο αξίζει να σημειωθεί ότι η γλώσσα είναι μέρος της ανθρώπινης εξέλιξης. Εν πάση περιπτώσει το συμπέρασμα είναι ένα. Εάν μια γλώσσα δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που τίθενται δεν θα επιβιώσει, είτε μιλάμε για διάλεκτο είτε για την επίσημη γλώσσα ενός κράτους. Ο γλωσσικός πλούτος ενός λαού είναι μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς αδιαμφισβήτητα και αν δεν διατηρείται ζωντανός, το λιγότερο που μπορεί να γίνει είναι να καταγράφεται προς διευκόλυνση των επόμενων γενεών. Το θέμα είναι όμως ότι οι διαδικασίες που θα οδηγήσουν είτε στον μαρασμό μιας γλώσσας, είτε στη διατήρησή της ως λειτουργικό εργαλείο επικοινωνίας είναι ως επί τω πλείστω ασυνείδητες και συλλογικές.

Επειδή ξεφύγαμε όμως από τα γκρήκλις, που δεν είναι γλώσσα αλλά μέθοδος γραφής, ας δούμε έναν παραλληλισμό...

Τουρκικό αλφάβητο δεν υπάρχει -αν και αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές... Στην αρχαιότητα, πολύ πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο, πρώτου καν υιοθετήσουν το αραβικό αλφάβητο, χρησιμοποιούσαν το αλφάβητο Orkhon. Αυτό όμως δεν επέζησε... Επίσης η Τουρκική γλώσσα έχει ένα σωρό δάνειες και αντιδάνειες λέξεις από αραβικά, περσικά, ελληνικά και αγγλικά... Κάνουν όλ' αυτά την Τουρκική γλώσσα κάτι άλλο εκτος από Τουρκική; Την κάνουν έστω λιγότερο Τουρκική; Όχι. Ήταν όλ' αυτά μια φυσιολογική εξέλιξη; Ναι.

Ελληνικό αλφάβητο υπάρχει; Ναι, σαφώς και υπάρχει κι έχει αλλάξει ένα σωρό μορφές. Ίσως όχι πολύ ριζικά, ωστόσο έχει αλλάξει. Ανεξάρτητα από πού προήλθε -το οποίο είναι γνωστό τοις πάσι, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι- το ελληνικό αλφάβητο είναι αυτό που χρησιμοποιείται για να αποτυπωθεί η Ελληνική γλώσσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο με αυτό το αλφάβητο μπορεί να αποτυπωθεί η Ελληνική γλώσσα, ή ότι χρειάζεται απαραίτητα αλφάβητο. Θα μπορούσε να εκφραστεί και με συλλαβογράμματα. Για την ακρίβεια έχει ήδη εκφραστεί σε τουλάχιστον ένα χρονικό σημείο στην ανθρώπινη ιστορία με συλλαβογράμματα. Οι Μυκηναίοι έγραφαν με τη γραμμική Β'. Οι Μυκηναίοι ήταν ελληνικό φύλο. Η γραμμική Β' ήταν συλλαβογραφικό σύστημα γραφής, με λειτουργία παρόμοια με αυτήν των γιαπωνέζικων kana, όπου κάθε γράφημα αντιστοιχεί κατά κανόνα σε ένα ζεύγος φωνημάτων και όχι σε ένα φώνημα. Έπειτα από την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος που σηματοδότησε πρακτικά και το τέλος της Εποχής του Χαλκού οι Έλληνες υιοθέτησαν το αλφαβητικό σύστημα γραφής. Εκφυλίστηκαν τα Ελληνικά από μια τόσο ριζική αλλαγή; Για να πάρετε μια γεύση του τι σημαίνει ριζική αλλαγή σκεφτείτε τους εαυτούς σας να γράφουν Ελληνικά με ιδεογράμματα... Παρά λοιπόν αυτήν την πραγματικά κοσμογονική αλλαγή, ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε κομμάτια από τη γλώσσα των Μυκηναίων. Κάθε γλώσσα υποστηρίζει βεβαίως καλύτερα κάποια συστήματα γραφής από κάποια άλλα. Ωστόσο από τη στιγμή που μιλάμε για αλφάβητα, η ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να γραφτεί ανετότατα με το λατινικό αλφάβητο, μιας και τα δύο εμπίπτουν όχι απλά στην ίδια κατηγορία συστημάτων γραφής, αλλά στην ίδια οικογένεια αλφαβήτων. Στο κάτω κάτω το λατινικό αλφάβητο είναι μια εξέλιξη του Ευβοϊκού αλφαβητου, ενός ελληνικού δηλαδή αλφαβήτου.

Ναι, η Ευρώπη, το περισσότερο μέρος της Αμερικής, ένα μεγάλο κομμάτι της Αφρικής και αρκετοί λαοί στην Ασία και την Ωκεανία γράφουν με λατινικό αλφάβητο... Γράφουν δηλαδή με την τροποποίηση ενός ελληνικού αλφαβήτου. Για να μην πιάσουμε και τα κυριλλικά αλφάβητα. Περίπου το σαράντα τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί ουσιαστικά μια μορφή, μια ανακατασκευασμένη εικόνα, του ελληνικού αλφαβήτου, πράγμα το οποίο αποτελεί μεν προϊόν της Αποικιοκρατίας και του Δυτικού Ιμπεριαλισμού, ωστόσο, αντί έστω να το εκμεταλλευτούμε ως γεγονός, εμείς οι Έλληνες με την ανοησία που μας δέρνει σνομπάρουμε τη χρήση του γιατί είναι "μόνω αιλυνικά ουγκ" -κι αν μπορούσα και το "ουγκ" να το γράψω ανορθόγραφα θα το έκανα. Και έχουμε πιστέψει τόσο πολύ στη μαλακία μας που φοβόμαστε ότι θα εκφυλίσει και τη γλώσσα μας... Γιατί "καταστρέφει την ορθογραφία"... Συμπέρασμα; Όλο αυτό είναι ενα αφήγημα το οποίο εξυπηρετεί πολιτικά παιχνίδια, το οποίο όσοι προωθούν ενεργά βασίζονται σε στοιχεία τόσο ακράδαντα όσο του Λιακόπουλου...

Εν τέλει και τα Ελληνικά, τα οποία παρεπιπτόντως έχουν και ένα σωρό δάνειες και αντιδάνειες λέξεις από αραβικά, τουρκικά, ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά -μιλάμε κάθε μέρα για πόρτες, καφέδες, κεφτέδες, κέφια, ζάχαρες, κέτσαπ, καναπέδες, παπούτσια, ντουλάπια, σοβάδες, περβάζια, πατζούρια, ασανσέρ, καλοριφέρ, σόου, τοστ, μπέικον, πίτσες, μανό, ρεσό, σαμπό, σκαμπό, πλατό, στυλό ή στυλούς και ένα σωρό άλλα- μπορεί κάποια στιγμή να γράφονται με λατινικό αλφάβητο... Μπορεί κάποια στιγμή να γράφονται με κινέζικα ιδεογράμματα! Θα είναι λιγότερο ελληνικά; Όχι! Μόνο αν η γλώσσα καταλήξει να μιλιέται από μια χούφτα ανθρώπους, θα μπορεί να χαρακτηριστεί εκφυλισμένη και η μοίρα της μη αναστρέψιμη. Προς το παρόν μιλιέται από τουλάχιστον 15 εκατομμύρια ανθρώπους. Και πραγματικά, μετά από 34 αιώνες καταγεγραμμένης ελληνικής γλωσσικής ιστορίας, μετά από τόσες και τόσες αλλαγές φοβάστε τα γκρήκλις; Καταλαβαίνετε γιατί μου ακούγεται αστείο; Και ΝΑΙ, "ΣΤΥΛΟYΣ", φιλόλογε της πλάκας, ΣΤΥ-ΛΟYΣ. Εσύ που λες για άκλιτες ξένες λέξεις την επόμενη φορά να παραγγείλεις δυο πίτσα, τρεις καφέ και πέντε μπίρα, καραγκιόζη. Άκλιτες είναι οι λέξεις των οποίων η φωνοτακτική δεν συμφωνεί με την αντίστοιχη ελληνική. Αν συμφωνεί, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να είναι άκλιτη. Πολλές φορές μάλιστα, με το δανεισμό εξαναγκάζεται η δάνεια λέξη να συμφωνίσει -όπως έγινε φέρ' ειπείν με το παπούτσι, αλλά όχι με την κέτσαπ.

Η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό. Διαμορφώνεται ανάλογα με την εποχή, εξελίσσεται όσο περνάει ο καιρός και τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει αυτήν την διαδικασία. Κατά βάση, όταν σταματήσει αυτή η διαδικασία τότε είναι που η γλώσσα εκφυλίζεται. Μια γλώσσα η οποία έχει πάψει να εξελίσσεται είναι μια εκφυλισμένη γλώσσα. Και σας παρακαλώ αποτινάξτε από πάνω σας οποιοδήποτε αίσθημα κούφιας προγονολαγνείας. Ναι, ξαναγίνομαι ο "προοδευτικός" που μισεί το έθνος σύμφωνα με κάτι γραφικούς, εδώ όμως παραθέτουμε απλώς δεδομένα, δεν ψάχνουμε σαν κομπλεξικά δεκαπεντάχρονα να δούμε ποιος λαός την έχει μεγαλύτερη -την ιστορία του. Μην συγχέετε την έννοια της εξέλιξης με αυτήν της προόδου. Η εξέλιξη είναι κάτι που συμβαίνει, είναι πολλές φορές έξω από τα ανθρώπινα μέτρα και δεν έχει να κάνει με καμία αφελή ηθικολογία. Έχει να κάνει μόνο με τη συσσώρευση πληροφορίας σε μια χρονική πορεία προς και τη διαμόρφωση του συστήματος λόγω της συσσώρευσης αυτής. Δεν είναι μία σκόπιμη διαδικασία. Οι πληροφορίες δεν είναι καλές ή κακές, ούτε τα συστήματα γίνονται καλύτερα ή χειρότερα. Το μόνο που γίνονται είναι περισσότερο ή λιγότερο λειτουργικά, χωρίς όμως να είναι στόχος να γίνουν είτε το ένα είτε το άλλο. Το καλό ή κακό αποτέλεσμα, η έννοια της προόδου και της οπισθοδρόμησης επιβάλλονται από τα αφηγήματα και τη στόχευση των ανθρώπων.

Ένα αλφάβητο είναι απλά ένα αλφάβητο. Μπορεί ένας λαός να εφηύρε το αλφάβητο με το οποίο εκφράζει γραπτά τη γλώσσα του, ή μπορεί να το δανείστηκε. Καμία σημασία δεν έχει αυτό για την εν λόγω γλώσσα και στην πραγματικότητα πολύ περισσότερη επιρροή ασκεί η εκάστοτε γλώσσα στο εκάστοτε σύστημα γραφής παρά το σύστημα γραφής στη γλώσσα.

Θα μπορούσα βέβαια να μην αναλύσω τίποτα απ' όλα αυτά και να αναφέρω απλούστατα ότι υπάρχουν σίγουρα εκατοντάδες -αν όχι χιλιάδες- γλώσσες που ακόμη και σήμερα δεν γράφονται. Σύμφωνα με το ηλίθιο επιχείρημα περί εκφυλισμού μιας γλώσσας λόγω "λάθος τρόπου γραφής" της, μια γλώσσα που πάσχει από ολοκληρωτική έλλειψη γραφής δεν θα έπρεπε καν να μιλιέται. Κι αν το πάω λίγο παραπέρα και αναφέρω ότι για χιλιάδες χρόνια οι γλώσσες είχαν μόνο προφορικό λόγο, τι θα γίνει; Βραχυκύκλωμα και πενταπλό εγκεφαλικό; Η γλώσσα είναι ομιλία. Η γραφή είναι μια εφεύρεση, ένα πολιτισμικό απότοκο κι εν τέλει ένας τρόπος διευκόλυνσης της επικοινωνίας μεταξύ άλλων. Δεν λέω βέβαια ότι δεν είναι κάτι σημαντικό... Φυσικά και είναι... Δεν είναι όμως η βάση της γλώσσας, είναι στην καλύτερη ένα επιφανειακό κομμάτι της.

Τελικό συμπέρασμα; Προσέξτε με τι ταυτίζεστε γιατί πολλά από αυτά που μας έχουν μάθει να ταυτιζόμαστε είναι εντελώς λάθος. Κι όσο για τα γκρήκλις πείτε μου ότι σας πειράζουν αισθητικά. Ναι, το δέχομαι αδιαπραγμάτευτα... Όλα τ' άλλα είναι για τους ανασφαλείς ή τους αφελείς...

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

A response...

The idea of no afterlife is consistent with atheism. That much is true. But stating that morality would be of no concern to an atheist, is totally irrelevant to any discussion about afterlife. Any attempt to correlate morality with an afterlife makes me think that your sole purpose in life is to expect god's approval, especially if the statement goes as follows...

"If you don't believe in God then you have no hope in any case and morality should not be an issue for you"

I find this rationale really strange for devoted christians... It's like admitting that if you didn't expect god's approval in the end, you wouldn't be morally wholesome... So much for NOT expecting something in return and instead being a sincere altruist?

After all, morality is of the utmost importance to many atheists. And that's because morality should have as little to do with belief as possible. Much more important indeed are moral values for everyone who does not believe in an afterlife, as they want to live their only chance in existence in the best way possible. Thus, morality assumes a far more practical role as it keeps societies alive and functional. Not that it should be treated with more respect than it's worth or adhered to unconditionally and without question, lest we follow in the footsteps of Kant...

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Διάλλειμα...

Τι νέα;

Βρέχει...

Θα βρέχει

Απόψε θα βρέχει...

Είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Οι μετεωρολόγοι είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Είχαν προβλέψει ότι απόψε θα βρέχει...

Απόψε θα βρέχει...

Θα βρέχει...

Βρέχει...

Τι νέα;

Βρέχει...


Καρκινική συζήτηση σε αδιάκοπη λούπα...



Κανείς τους δεν έχει νέα...

Όλες τους οι συζητήσεις είναι καρκινικές...

Όλες τους οι σκέψεις έχουν υποχωρήσει

μπρος στον καλπάζοντα καρκίνο της βαρεμάρας...



Η λιγοστή φρεσκάδα που έχει απομείνει

αδυνατεί ν' αντιπαλέψει την αποσύνθεση.

Κι η νοσταλγία από τον απόηχο της παλιάς δόξας

έχει μεταμορφωθεί στην βαθύτερη θλίψη...

Κι όμως η έμπνευση υπάρχει ακόμη.

Βρίσκεται στο κείμενο ενός φίλου,

στην οθόνη ενός υπολογιστη,

στο πιο πολυακουσμένο τραγούδι...



Η έμπνευση πεθαίνει μετά κι από την ελπίδα τελικά.

Γιατί βρίσκει τροφή στον θάνατο

κι εκφέρεται μέσα από την ξαφνική αλλαγή...

Κι είναι καιρός που φέρνει αλλαγή ο βροχερός καιρός...

Κι είναι επιτέλους καιρός να έρθει η αλλαγή,

ακόμη κι αν αυτή καταστρέψει τους απεγνωσμένους

κι εκμηδενίσει τα πάντα εκτός από το καρκίνωμα...



Ας βρέξει λοιπόν!

Κι ας βρέξει δυνατά, έντονα, μανιωδώς!

Κι ας παρασύρει η βροχή όλες τις άλλες τους σκέψεις!

Ας αφήσει μόνο το καρκίνωμα...



Πάντα μου άρεσε η βροχή...