Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Gif or gif?

In other words, [gɪf] or [d͡ʒif]? It may seem trivial, but this dilemma too can work as a bearer of deep philosophical arguments. The question we really ought to ask is Substance or Form? Is "true self without form"? Can either of the two occur independently? Do they reside in their own plane of existence, like the forms and ideas of Plato? Is the human condition responsible for combining two separate entities to provide us with a unified and inseparable body of information we can experience? Or is our view so hindered by our dualistic perception, thus coercing us into approaching the principles of reality only from certain angles?

Well, enough crazy-talk... It's obviously a matter of english phonotactics. You know, traditionally /g/ comes in two flavours, hard and soft, or rather it bears both front and back allophones realized according to the phoneme’s environment... But, come to think of it, the more one explores the situation the more it should seem that [gɪf] is quite - if not totally - unnatural, as it's not a fully fledged word yet...

Indeed, [gɪf] is a neologism, borne of an acronym which itself isn't spelled [gɪ.aɪ.ɛf] but rather [d͡ʒi.aɪ.ɛf], as supposed by the rules of spelling, regardless of the allophone of /g/ realized in the original first word of the acronym. And yet, should the word be pronounced in a way that must concur with that realization, even if the spelling of the acronym itself doesn't? Why? Just to forcibly - and with total lack of elegance and respect for english phonology - elucidate us on a purely etymological matter? Shouldn't a word be one of its own right, yet belonging to the rest of the english corpus? And when it comes to our primal urge of asking “why”, shouldn’t we let etymology play it's role, after all? Substance versus Form! Not to mention, Deviation versus Conformity!

In any case, when it comes to a purely linguistic argument, I subscribe to the idea that [d͡ʒif] is even more valid than [gɪf], if anything, since it’s the final outcome of the transcendence of an acronym to the realm of actual words - yet not necessarily of platonic forms - and not some fuzzy step somewhere in the middle of the road... There is of course a limited set of words of germanic origin where /g/ is realized as [g] even when preceding front vowels, like /i/, or /e/, as in [gɪv] or [get], but I’m not sure if the specific process that made people retain consonantal backness immidiately before vocalic frontness is still ongoing. In fact, I suspect it isn’t, or at least it’s recessive, lest we would have many more such examples.

So, after all, why assigning a neologism to a set of words that have seemingly become an exception to the rule - perhaps, in part even due to their great old age? Mixing a fledgling with fossils and calling it a day? Sloppy botchers! To me, [d͡ʒif] is more of a word than [gɪf] could ever be! And of course, I pronounce it like so!

Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Κοινωνικά μαθηματικά, κοινωνική φυσική και κοινωνική βιολογία
Ή η κοινωνία και το άτομο για θετικάριους, μηχανές και εξωγήινους

Κεφάλαιο |Α> : Σχέση κοινωνίας - ατόμου

Αξίωμα: Τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, ως οντότητας που λειτουργεί στο συλλογικό επίπεδο, εντοπίζονται και πηγάζουν κυρίως από την αλληλεπίδραση των επιμέρους συνόλων και κατ' επέκταση μεταξύ των ατόμων. Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι κάποια από τα στοιχεία που ορίζουν την κοινωνία πηγάζουν από τα άτομα τα ίδια, επειδή αναφερόμαστε σε ένα υπερβατικό για το άτομο επίπεδο κανένα από τα χαρακτηριστικά του ατόμου δεν περνά αυτούσιο στο επίπεδο της κοινωνίας, αλλά όσα όντως μεταβαίνουν μετουσιώνονται.

Η κοινωνία δεν είναι τίποτε άλλο από έναν ακόμη πολυδιάστατο διανυσματικό χώρο. Κάθε άτομο μέσα σε αυτήν μπορεί να περιγραφεί ως διάνυσμα, ειδικά δε όταν αναφερόμαστε στην διαχρονική του κίνηση -ή στη συγχρονική του τάση, ανάλογα με τις διαστάσεις του χώρου- εντός του πλαισίου της κοινωνίας. Μέσω της σύνθεσης όλων των επιμέρους διανυσμάτων εντός ορισμένου υποσυνόλου προκύπτει η διαχρονική κίνηση ή συγχρονική τάση ενός πληθυσμού. Είτε κατακερματίσουμε τον διανυσματικό χώρο "πανανθρώπινη κοινωνία" σε επιμέρους χώρους-σύνολα με βάση συγκεκριμένα στοιχεία όπως κουλτούρα, ιδεολογία, γεωγραφική εγγύτητα, νοοτροπία κτλ, είτε θέσουμε κάθε τέτοιο στοιχείο ως μία διαφορετική διάσταση του χώρου "πανανθρώπινη κοινωνία" το τελικό αποτέλεσμα από τη σύνθεση όλων των διανυσμάτων και των διανυσματικών χώρων -εάν ορίζεται κάτι τέτοιο στα μαθηματικά, εάν όχι συγχωρέστε την αδόκιμη γλώσσα μου- είναι το ίδιο. Ένα και μοναδικό διάνυσμα με συγκεκριμμένη κίνηση, τάση και πολλή, μα πάρα πολλή αδράνεια. Συμπερασματικά προκύπτει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εντός κοινωνικού πλαισιού. Εξαιρούνται μόνον οι ερημίτες με πλήρη απουσία επαφής με την κοινωνία, ενώ σε τομή με το σύνολο της κοινωνίας -και κατ' επέκταση στα όριά της- βρίσκονται άνθρωποι ή/και κοινότητες που λειτουργούν κυριολεκτικά άλλοτε εντός και άλλοτε εκτός κοινωνικού πλαισίου -π.χ. μοναχοί. Ως εκ τούτου, κανείς δεν βρίσκει την κοινωνία απέναντί του, ως εχθρό. Αυτό δεν αναιρεί φυσικά την τάση περιθοριοποίησης επιμέρους κοινωνικών ομάδων, ασύμβατων με την “καθεστηκυία τάξη”, δεν συνεπάγεται όμως και την αντίθεση των ομάδων αυτών στην κοινωνία. Περισσότερο αποδίδεται σε διασπαστικές ή/και συντηρητικές τάσεις προϋπαρχοντων ρευμάτων -“διαίρει και βασίλευε”- όπως και στην αυθόρμητη παλινδρόμηση ενός συστήματος που δεν έχει καταλήξει ακόμη σε ενεργειακή ισορροπία. Μπορεί επίσης να περιγραφεί και με βιολογικούς όρους, ως μέρος της διαδικασίας ανάπτυξης και διαμόρφωσης “Εξελικτικά Σταθερών Στρατηγικών”.

Πόρισμα πρώτο: Κατά το αξίωμα, αλλά και εξ' ορισμού ούσα ένα σύνολο συνειδήσεων, η κοινωνία δεν έχει συνείδηση του εαυτού της -εδώ βρίσκουμε και το σφάλμα του όρου "συλλογική συνείδηση", ούτε και ενστικτώδεις πράξεις. Κατ' επέκταση δεν έχει έλεγχο επί των πράξεών της, άρα δεν έχει και ευθύνη, όπως θα είχε ένα άτομο.

Πόρισμα δεύτερο: Για να υπερκερασθεί η αδράνεια ενός (υπο)συνόλου, η οποία πολλαπλασιάζεται με κάθε νέο άτομο-διάνυσμα που εντάσσεται στο σύνολο αυτό, χρειάζεται και πολλή “ορμή” και όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόκλιση από την κατεύθυνση της πλειοψηφίας. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε έντονη αντίδραση, ακόμη και εάν αυτή εκδηλώνεται ως ατομική συμπεριφορά και δεν είναι μέρος μιας συλλογικής κίνησης, είτε συσσώρευση πολλών διανυσμάτων -η ισχύς εν τη ενώση- είτε και τα δύο ταυτόχρονα. Στην περίπτωση φυσικά που ακραίες εκδηλώσεις είναι μέρος της καθημερινής συμπεριφοράς κάποιου, είναι επόμενο να δυσλειτουργεί τελικά στην προσωπική του ζωή, αλλά αυτό αγγίζει και θέματα του ατομικού επιπέδου -συμπληρωματικά αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει το ενδεχόμενο ασυμβατότητας του εν λόγω ατόμου με το υποσύνολο στο οποίο βρίσκεται.

Συμπληρωματικό σχόλιο: Η μηχανική των ρευστών έχει πολλά να διδάξει για τις λειτουργίες και την κίνηση της κοινωνίας, αλλά μα τον Τουτάτη, είναι τόσο δύσκολο κεφάλαιο...

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κοινωνικά μαθηματικά, κοινωνική φυσική και κοινωνική βιολογία
Ή η κοινωνία και το άτομο για θετικάριους, μηχανές και εξωγήινους

Κεφάλαιο x: Όρια του ατόμου

-Οι περιορισμοί που τίθενται από το περιβάλλον και καταλήγουν εν μέρει να αντιμετωπίζονται από το άτομο ως αυτοπεριορισμοί, εξ' αιτίας ανικανότητας ή αδυναμίας του ατόμου να αντιδράσει ικανοποιητικά και να διεκδικήσει τον "ζωτικό" του χώρο, ερμηνεύονται και περιγράφονται ως το όριο του ατόμου με το άτομο να τείνει στο μείον άπειρο.
-Δεδομένης της αναγκαίας για τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις εξισορρόπησης δυνάμεων και της τάσης του ατόμου να αντιδράσει, έστω μη ικανοποιητικά, η αντίδραση του ατόμου στους προαναφερθέντες περιορισμούς και αυτοπεριορισμούς ερμηνεύεται και περιγράφεται ως το όριο του ατόμου με το άτομο να τείνει στο συν άπειρο.

Ως εκ τούτου προκύπτει ότι το άτομο είτε θα εκφραστεί με έντονο και αρνητικό συναίσθημα και κατά πάσα πιθανότητα με λογική απολυτότητα ή ασυνέπεια, είτε θα εκτονωθεί σε ασφαλές περιβάλλον, ενδεχομένως απόντων άλλων ατόμων...

Πόρισμα πρώτο: Είναι αναγκαίο το άτομο να αντιδρά νωρίτερα, και κατ' επέκταση πιο ἠπια και με περισσότερη λογική συνέπεια, στους περιορισμούς που τίθενται από το περιβάλλον έτσι ώστε να μην καταλήγει σε επισφαλείς αντιδράσεις, δεδομένης πάντα της τάσης του για αντίδραση.
Πόρισμα δεύτερο: Είναι ευθύνη του ατόμου να ξεπεράσει τους φόβους ή όποια άλλα αίτια το καθιστούν αδύναμο ή ανίκανο να αντιδράσει νωρίτερα, δεδομένης της γνώσης περί των εν λόγω αιτιών.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

The reaver of my fate is me

Bittersweet sound emerged from plucked strings, music that expanded in the room around me and soon filled my whole world. Music that carried me away from the here and the now and provided me once again with the means to travel to places far far away, to the there and the then. Music that was instantly transformed to melancholy.

Pictures and smells and sounds of my forever past future overwhelmed me. My senses were being betrayed by my own mind. I was suffering fusillades of memories I could never have, being the memories of events that never happened. Memories of events that could never happen. And yet, I'd longed for those events so eagerly and for so many years, I'd conserved and refined every minute detail of my phantasies, I'd explored and indeed created every impossible manner by which those events would take place that I had, eventually, transmuted them into memories. And it was those paradoxical memories that dragged me forever downward, into a bottomless pit of nostalgia and despair. And as I was plunging, the blessed and cursed melodies - still escaping from the unseen stringed instrument with the violent joy of a maniac escaping from his prison cell - resonated through me a sense of profound loss. And it was then I realized that I was on collision course with my fate. I was on collision course with the one that reft me a bright and noble present. I was on collision course with myself.

But the truth was that my fate had already overtaken me, ages ago. And it was a horrible torture because I could never absolve or redeem myself. I could never fight my phantasy even within my phantasy. Because I never liked what lay ahead of me. Because all I ever liked was what I was forced to leave behind...

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013


Φαντάζομαι πως δεν είναι τυπικό για όσους κρατούν ημερολόγιο να καταγράφουν αναδρομικά στις πρώτες σελίδες ολόκληρη την πορεία της μέχρι τότε ζωής τους, αλλά είναι μια καλή ευκαιρία για εμένα να εξασκήσω τα ελληνικά μου.

Γεννήθηκα πριν από 46 χρόνια στο Μάρκασι, ένα μικρό χωριό στην ορεινή Κορινθία, σε μία οικογένεια η οποία έφερε ήδη το βάρος -ή την χαρά, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός- τεσσάρων παιδιών. Στο χωριό έζησα μόνο για όσον καιρό τα νύχια μου ήταν ακόμα μαλακά. Θυμάμαι λίγα πράγματα κι όσα υπόλοιπα γνωρίζω μου τα έχουν διηγηθεί συγγενείς.

Ο πατέρας μου, Ανδρέας τω όνομα, ήταν γεωργός. Γεννήθηκε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, στο Μάρκασι. Φαινομενικά σκληροτράχηλος άνθρωπος, όπως είθισται να είναι κάθε βουνίσιος, είχε παλάμες μονίμως ροζιασμένες από την εργασία. Όσο σκληρό ήταν το δέρμα του όμως, τόσο μαλακή ήταν η καρδιά του. Ήταν πάντα πρόμυθος και εργατικός, στοιχεία που τον έκαναν πολύ αγαπητό στο χωριό του και πολύ επιρρεπή στην εκμετάλλευση από τρίτους, πράγμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει στην μετέπειτα ζωή του στην Αθήνα - όχι πάντα με απόλυτη επιτυχία, θα έλεγα. Η ασυμβατότητα της νοοτροπίας του χωριάτη, ο οποίος είναι εξαρτημένος από τους υπόλοιπους όσο και οι υπόλοιποι είναι εξαρτημένοι από εκείνον, με τις φιλοδοξίες που γεννά ο αστικός, εντονότερα ατομιστικός τρόπος ζωής τού έκλεψε τη γαλήνη και του προσέφερε λίγα σε αντάλλαγμα. Δεν ήταν ποτέ κορόιδο, αντιθέτως καταλάβαινε πάντα πολύ καλά ποιοι ψάχνουν για κορόιδα. Από τη στιγμή όμως που πάτησε το πόδι του σ' αυτήν την καταραμένη πόλη, απώλεσε σταδιακά κάθε χαρακτηριστικό αυτοελέγχου. Τελικά η καρδιά του, η οποία παρέμεινε μαλακή μέχρι το τέλος, τον πρόδωσε στα 72 του, δύο χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του αδελφού μου Δημήτρη. Μόνο ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ήταν μαζί μου στις τελευταίες του στιγμές.

Η μητέρα μου ήταν πάντα η προσωποποίηση της οργάνωσης και του αυτοελέγχου, ό,τι ακριβώς έλλειπε από τον πατέρα μου. Το όνομα της Αθανασία και η ηλικία της εφτά χρόνια μικρότερη από αυτήν του συζύγου της. Από τη στιγμή που απέκτησα συνήδειση περί του θανάτου, το μυαλό μου τριβέλιζε πάντα μία συγκεκριμένη σκέψη, μεταξύ άλλων... Πόσο είρωνας χρειάζεται να είναι κάποιος για να δώσει στο παιδί του ένα τέτοιο όνομα; Και ποιον ακριβώς ειρωνεύεται εν τέλει; Το παιδί του, ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε κάθε περίπτωση ο είρωνας είναι καταδικασμένος, είναι όμως χειρότερο να είναι κάποιος είρωνας και ταυτόχρονα αγνόμων, γιατί αυτό τον κάνει αλαζόνα. Τελοσπάντων, πιστεύω ότι το πάθος της μητέρας μου για την τάξη ρίζωσε μέσα της από τότε που κατοικούσε στο Μάρκασι. Αν μία μάνα με πέντε παιδιά και ελάχιστη έως καμία βοήθεια από άλλους ανθρώπους -μη εξαιρουμένου και του πατέρα μου δυστυχώς, ο οποίος την λάτρευε μεν, αλλά για να υποστηρίξει το ρόλο του ως σύζυγος και πατέρας έπρεπε να είναι πρώτ' απ' όλα αγρότης- δεν είχε πρακτικό μυαλό και συγκροτημένο πνεύμα, δεν θα επιβίωνε ούτε αυτή ούτε τα παιδιά της. Από τότε που εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα βέβαια, αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της πήρε άλλες διαστάσεις. Φαντάζομαι ότι αυτό οφειλόταν στο ότι δεν είχε πια πέντε κουτσούβελα να κυνηγάει, αλλά έναν πρώην αγρότη, πλέον πλασιέ, ο οποίος σταδιακά απέκτησε τις φιλοδοξίες αριστοκράτη... Θεωρώ πως είναι ασφαλές να υποθέσω ότι σε διαφορετική εποχή, αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν θα συνέχιζαν τις ζωές τους σαν ζευγάρι, αλλά στα νεόκοπα προάστια της Αθήνας του '50 και του '60, ο χωρισμός δεν ήταν ιδιαίτερα σύνηθες φαινόμενο.

Για τ' αδέρφια μου δεν έχω να γράψω πολλά. Με τον μεγαλύτερο αδελφό μου, Ηλίας κι αυτός, και την αδελφή μου, Ανθή κατ' όνομα, ήμασταν πάντα δεμένοι. Ήμασταν τα καμάρια των γονιών μας. Όχι ότι δεν αγαπούσαν και τ' άλλα δύο τους παιδιά, αλλά εμείς οι τρεις ήμασταν πάντα "οι προκομένοι", ενώ ο Πέτρος κι ο Δημήτρης έμπλεκαν πάντα σε μπελάδες. Φυσικά, είναι γνωστό ότι αυτό το μοτίβο είναι ένας αυτοσυντηρούμενος, φαύλος κύκλος. Από τη στιγμή που ο χαρακτηρισμός έχει αποδοθεί -ειδικότερα, αν τον αποδίδει κάποιο άτομο με έντονη επιρροή- ο κόσμος θα ανταποκριθεί. Το ρυάκι της ζωής θα γίνει χείμαρρος. Ο χείμαρρος θα φέρει πλημμύρα. Κι η πλημμύρα θα φέρει ευφορία, μα θα φέρει και καταστροφή ενίοτε. Γιατί ο χείμαρρος δεν εκτρέπεται εύκολα, όπως το ρυάκι. Έτσι έγινε με τον Πέτρο και τον Δημήτρη. Ο χείμαρρος της ζωής τούς έφερε περισσότερες λύπες παρά χαρές. Τους παρέσυρε σαν έρμαια, καθιστώντας τους ανίκανους να επιτύχουν κάτι ουσιαστικό. Ο Δημήτρης είχε τη χειρότερη μοίρα. Πολλές δουλειές του ποδαριού, γυναίκα και παιδί -που αδυνατούσε να υποστιρίξει- διάφορες ερωμένες μετέπειτα, δανεικά, τοκογλύφοι, τρεχάλα στα δικαστήρια, αθώωση, ξανά δάνεια, κλοπή, καταδίκη, φυλάκιση... Τελικά η απόγνωση τον κατέλαβε. Έδωσε τέλος στη ζωή του στα 42 του, έναν χρόνο μετά την αποφυλάκισή του... Ο Πέτρος, διζυγωτικός δίδυμος του Ηλία, δεν ακολούθησε τόσο αυτοκαταστροφική πορεία. Βρήκε μια συμβιβαστική λύση μεταξύ προόδου και καταστροφής παραμένοντας ωστόσο στάσιμος. Η δουλειά του, στις οικοδομές κατά την ακμή των δεκαετιών του '70 και -κυρίως- του '80 κι έπειτα σ' ενα περίπτερο στη γειτονιά μας, διέλυσε την υγεία του και τον έκανε κοντόφθαλμο. Οι ανασφάλειές του και η χαμηλή του αυτοεκτίμηση τον έκαναν αμετροεπή -και γενικότερα άνθρωπο με έλλειψη μέτρου σε όλους σχεδόν τους τομείς.

Η Ανθούλα ήταν -και είναι- μακράν η πιο συγκροτημένη απ' όλους μας. Πήρε από τη μητέρα μας. Ήταν ο άνθρωπος που με βοήθησε οικονομικά με τις σπουδές μου στο εξωτερικό, πράγμα για το οποίο της είμαι βαθύτατα ευγνώμων. Η ίδια, μαζί με τον Ηλία, είχαν βρεθεί στην Αθήνα νωρίτερα από εμάς τους υπόλοιπους, για σπουδες. Πήγε πολύ καλά και ενάντια σ' όλες τις δυσκολίες, σε μια Αθήνα που δεν είχε ξεπεράσει ακόμη το σοκ του εμφυλίου, κατάφερε με τη βοήθεια των γονιών μας να τελειώσει την Νομική με καλό βαθμό και να πιάσει δουλειά σε δικηγορικό γραφείο. Ούτε αυτή βέβαια δεν κατάφερε να ξεμπλέξει τον Δημήτρη τη δεύτερη φορά. Ήταν σχετικά μεγάλη, σύμφωνα με τα πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, όταν παντρεύτηκε έναν συνταξιούχο ναυτικό -"καπετάνιος εν αποστρατεία", όπως τον αποκαλούσαμε χαριτολογώντας. Δεν την ένοιαζε ποτέ όμως το τι θα πει ο κόσμος. Ούσα ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα και μην θέλοντας να αποχωρήσει πρόωρα από μια ομολογουμένως λαμπρή νομική καριέρα, έκανε την ζωή της μέχρι που ο -τότε μέλλοντας ακόμη- σύζυγός της βγήκε στην σύνταξη. Ποτέ δεν αντιμετώπισαν οικονομικό πρόβλημα, ίσα ίσα ήταν πάντα αρκετά εύποροι. Επίσης, δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, όχι πως προσπάθησαν και ποτέ ιδιαίτερα.

Ο Ηλίας, ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ήταν πάντα η κολώνα της οικογενείας, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα μας. Είχε πάρει αυτόν τον ρόλο εξ' αρχής, ώντας, μαζί με τον Πέτρο, το μεγαλύτερο αγόρι. Πολύ προκομένος άνθρωπος αδιαμφισβήτητα. Με στήριξε περισσότερο από κάθε άλλον συγγενή μου, αφ' ενός επειδή ήμασταν πολύ δεμένοι, αφ' ετέρου επειδή είχε το πιο ευρύ πνεύμα και τις περισσότερες γνώσεις απ' όλους μας. Τοπογράφος στο επάγγελμα, μέτρησε με τη μεζούρα του τις πιο απομονωμένες γωνιές τις Ελλάδας. Πήρε μέρος στον σχεδιασμό έργων υποδομής και βοήθησε στην ανάπτυξη της επαρχίας. Ήξερε να κρατάει τον εαυτό του σε ισορροπία. Δεν άφησε ποτέ τις προσωπικές του φιλοδοξίες να του επιβληθούν, ωστόσο τις ακολούθησε όταν μπόρεσε να το κάνει. Σε μεγαλύτερη ηλικία αφιέρωσε τον εαυτό του στην έρευνα, έχοντας εξασφαλίσει ένα διδακτορικό στην Χωρική Ανάλυση, με θέμα την εξάπλωση της λεϊσμανίασης και την σχέση της με την μετακίνηση των πληθυσμών των φλεβοτόμων. Η ακαδημαϊκή του καριέρα ανανεώθηκε και του προσέφερε τη χαρά να επισκεφθεί διάφορες χώρες του κόσμου για να παρακολουθήσει συνέδρια, από τη Φινλανδία και την Ολλανδία στον παγωμένο βορρά της Ευρώπης, μέχρι την πάντα ηλιόλουστη Γρενάδα, στην Καραϊβική.

Ο Ηλίας ήταν και η έμπνευσή μου σε ό,τι αφορά την δική μου ακαδημαϊκή πορεία. Σπούδασα φιλολογία στο ΕΚΠΑ και μετέπειτα έκανα στροφή προς τη γλωσσολογία. Το μεταπτυχιακό μου και το πρώτο μου διδακτορικό στην γλωσσολογία, με θέμα την φωνηεντική μετατόπιση στις γερμανικές γλώσσες και τις ανάλογες μορφοφωνητικές διαδικασίες των αρχαίων ελληνικών, το απέκτησα στα εικοσιπέντε μου από το τμήμα Γερμανικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η παραμονή μου στην Αγγλία ήταν σχετικά σύντομη. Διήρκησε όσο το πρόγραμμα σπουδών συν τον απαραίτητο, για εμένα, χρόνο προσαρμογής. Όταν λέω παραμονή το εννοώ κυριολεκτικά. Μπορεί να εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αγγλία, ποτέ όμως δεν βρισκόμουν στο σπίτι μου για περισσότερο από έναν χρόνο. Μου είναι δύσκολο γενικά να βγαίνω από τη ρουτίνα μου και να προσαρμόζομαι απότομα σε καινούρια δεδομένα. Ίσως γι' αυτό δεν επέστρεψα ποτέ στην Ελλάδα κι αντ' αυτού συνέχισα από τότε να ταξιδεύω από χώρα σε χώρα, είτε κάνοντας έρευνα πεδίου, είτε για τη συνέχιση των σπουδών μου. Έπειτα από το πρώτο μου διδακτορικό ανέλαβα μία θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία μου εξασφάλιζε ένα σταθερό -αν και όχι ιδιαίτερα μεγάλο- εισόδημα, αφήνοντάς μου παράλληλα μια σχετική άνεση χρόνου, απαραίτητη λόγω της στροφής μου προς την έρευνα και τις υπόλοιπες ασχολίες μου.

Πήρα μέρος σε διάφορες αποστολές στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, αν και τα περισσότερα ταξίδια μου αφορούσαν αρχικά την κεντρική και βόρεια Ευρώπη και μετέπειτα την Νότια Αμερική και την Ωκεανία. Περιοχές του κόσμου που αποτελούν κέντρο έντονου ενδιαφέροντος για τους μυημένους στον κλάδο της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας. Οι ζούγκλες στα ανατολικά των Άνδεων και τα υψίπεδα της Νέας Γουϊνέας διεύρυναν τους ορίζοντές μου και αποδέσμευσαν πλήρως την φαντασία μου. Κατέγραψα κομμάτια από τις γλώσσες των ιθαγενών του δυτικού Αμαζονίου και της βόρειας Αργεντινής, συνομίλησα με τους Κοροβάι της δυτικής Νέας Γουϊνέας και παρακολούθησα ασύγχρονα την πορεία στον χρόνο των απογόνων των διαλέκτων της Παλαιάς Γερμανικής, αυτόνομες γλώσσες πλέον που μιλιούνται από τις Άλπεις ως τη Σκανδιναβία, εάν δεν λάβουμε υπ' όψιν μας την Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νότιο Αφρική και πολλές ακόμη χώρες, διάσπαρτες στον παγκόσμιο χάρτη. Όλ' αυτά, τα θαυμάσια βεβαίως, ήρθαν με ένα τίμημα. Δεν ένιωσα ποτέ ασφαλής στην αγκαλιά μιας γυναίκας, παρά μόνο συγκυριακά χάδια τα οποία δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα τέτοιο κενό.

Η πιο μακροχρόνια σχέση μου κράτησε 6 χρόνια. Το όνομά της ήταν Ingrid. Ingrid Persdottir. Ήταν μια θαυμάσια κοπέλα. Σπουδάζαμε μαζί στην Οξφόρδη, αλλά πέρα από την περιστασιακή βόλτα στην παμπ με τους υπόλοιπους συμφοιτητές, δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή. Έπειτα, βρεθήκαμε μαζί στις πρώτες αποστολές στις Άλπεις. Ήταν τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής μου. Νωρίς το πρωί βγαίναμε για περιπάτους στις χιονισμένες βουνοπλαγιές και τους λόφους. Έπειτα, μέχρι το απόγευμα, καταγράφαμε και αναλύαμε τον λόγο, γραπτό και προφορικό, σύγχρονο και ιστορικό, των κατοίκων της περιοχής. Και μετά μας περίμενε ένα ζεστό γεύμα σε κάποιο γραφικό εστιατόριο ή στο σπίτι κάποιου Hans ή κάποιας Anna. Στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο μας κάναμε σκι ή κουρνιάζαμε στο σαλόνι κάποιου ξενώνα, απολαμβάνοντας ζεστά ροφήματα με μόνη συντροφιά το τρίξιμο του ξύλου που σιγόκαιγε στο τζάκι. Στην Αυστρία και στην Ελβετία γνώρισα το πώς είναι να σε αγαπά κάποιος. Στο μέλλον θα ευχόμουν να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό.

Το πρόγραμμα στην κεντρική Ευρώπη διήρκησε 4 χρόνια. Η προσκόλληση μου στη ρουτίνα της ζωής μου με έκανε να αναζητήσω το επόμενο ερευνητικό πρόγραμμα. Σύντομα ανακάλυψα ότι υπήρχαν ευκαιρίες στην Νέα Γουϊνέα. Η Ingrid είχε άλλες ανάγκες. Σταθερότητα, ηρεμία, μητρότητα... Τίποτε από τα οποία δεν θα μπορούσα να προσφέρω σύντομα, τουλάχιστον όχι όσο θα βρισκόμουν στα υψίπεδα και στις ζούγκλες της Ωκεανίας. Προσπαθήσαμε να συμβιβάσουμε τα πράγματα. Στο τέλος καταλάβαμε ότι είχαμε απλά αρχίσει να πιέζουμε ο ένας να ακολουθήσει τον άλλον, σε μια ζωή που, εάν δεν είχαμε γνωριστεί, κανείς από τους δύο μας δεν θα επέλεγε. Το ευτύχημα είναι ότι κανείς δεν κεράτωσε κανέναν, τουλάχιστον δεν υπέπεσε κάτι τέτοιο στην αντίληψή μου. Όχι ότι είχα ποτέ το κουράγιο ή τη θέληση να το ερευνήσω ιδιαίτερα. Ίσως τελικά με βόλεψε, με κάποιον διεστραμμένο τρόπο, η τροπή που πήραν τα πράγματα. Γυρνώντας από το τρίτο ταξίδι μου, βρήκα το σπίτι που νοικιάζαμε μισοάδειο και ένα μακροσκελές σημείωμα να με περιμένει. Η όλη τριβή με είχε ήδη κάνει ράκος κι έτσι η κατάληξη ήταν τελικά λυτρωτική. Αλλά η συνειδητοποίηση ότι ακόμη κι ένας άνθρωπος που τρέφει βαθιά αγάπη για εμένα και κατανοεί τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες μου δεν θα με ακολουθούσε μέχρι το τέλος, μου κόστισε πολύ. Αποστασιοποιήθηκα σταδιακά από την ανάγκη μου για γυναικεία συντροφιά. Οι επόμενες σχέσεις μου ήταν πάντα βραχυπρόθεσμες και περιστασιακές.

Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι αφοσιώθηκα πλέον πλήρως στις έρευνές μου. Όχι ότι είχα και κάτι καλύτερο να κάνω άλλωστε... Τα επόμενα χρόνια άρχισα να κινούμαι δυναμικότερα και στον χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Το πρώτο μου διδακτορικό και τα αποτελέσματα της έρευνας της ομάδας μου στις Άλπεις δεν ήταν αρκετά προφανώς... Ώρες ώρες σιχαίνομαι την επιστημονική κοινότητα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αντί να είναι ο χώρος ανταλλαγής απόψεων και διαμόρφωσης συνειδήσεων, συχνά γίνεται ένα κλαμπ από κακομαθημένα κομπλεξικά που τις βγάζουν έξω να τις μετρήσουν... Τις γνώσεις τους... Απεχθάνομαι την αλαζονεία όσο λίγα πράγματα! Και μπορώ να συγχωρήσω την αλαζονεία σε έναν αγνώμονα άνθρωπο. Όχι όμως και σε κάποιον που υποτίθεται ότι προάγει την γνώση και την απαλλαγμένη από ταμπού πληροφόρηση. Αν κάποιος είναι αλαζόνας, έχοντας ωστόσο συσσωρεύσει γνώση, είναι βαθύτατα ανασφαλής, ενίοτε κομπλεξικός, και σίγουρα πολύ επικίνδυνος. Σε κάθε περίπτωση τα ταξίδια μου στην Νέα Γουϊνέα με μεταμόρφωσαν. Βρήκα εσωτερική γαλήνη σε καθημερινές συνήθειες των ιθαγενών, όπως κυνήγι και ψάρεμα στη ζούγκλα, παραγωγή άλευρου από κορμούς δέντρων, μετακίνηση σε περισσότερο βιώσιμες περιοχές. Έγινα αναπόφευκτα και λίγο λαογράφος. Κι έμεινα εμβρόντητος μπροστά στον θαυμαστό γλωσσικό πλούτο του γιγάντιου αυτού νησιού. Είναι διαφορετικό να έχεις διαβάσει για τις 500 και πλέον γλώσσες που μιλιούνται εκεί και διαφορετικό να τις ακούς και να προσπαθείς να τις μιλήσεις. Χωριά με απόσταση μερικών μόνο χιλιομέτρων μεταξύ τους, μιλάνε γλώσσες που προέρχονται από διαφορετικές γλωσσικές οικογένειες.

Όταν το πρόγραμμα στη Νέα Γουϊνέα έλαβε τέλος έψαξα αμέσως την επόμενη περιπέτεια. Δεν είχα ακόμη κουραστεί αρκετά ώστε να επιθυμώ μια ήρεμη ζωή κι ούτε κατά διάνοια είχα καταφέρει να ξεφύγω από τους δαίμονες μου. Οι εμπειρίες μου στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί του κόσμου, αλλά και η υποσυνείδητη τάση μου να συνεχίσω να αποφεύγω τον δυτικό πολιτισμό, για προφανείς λόγους, με ωθούσαν στην αναζήτηση ανεξερεύνητων περιοχών, λαών, φυλών και γλωσσών. Η Καθολική Γραμματική των Chomsky, Montague και λοιπών είχε ήδη εγκαθιδρυθεί ως η κυρίαρχη γλωσσολογική προσέγγιση του προβλήματος της γέννησης των γραμματικών δομών στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά η έρευνα σε αυτόν τον τομέα γνώριζε ακόμη μεγάλη άνθιση. Έχρηζε δε διεπιστημονικής αντιμετώπισης. Έχοντας συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό που μου επέτρεπε την άνεση να το μοιράζω κατά βούληση, χρηματοδότησα εν μέρει και με προσωπική πρωτοβουλία μια σειρά ταξιδιών στη Νότια Αμερική. Σε αυτά τα χρόνια γνώρισα μία ακόμη ενδιαφέρουσα γυναίκα, την Gunhild Olafssen. Ναι, το παραδέχομαι... Είμαι καταραμμένος! Το ανεξάρτητο πνεύμα και τα χυμώδη κάλλη των γυναικών της Σκανδιναβίας μ' έχουν πλανέψει για τα καλά. Το, φυσικά αναπόφευκτο, μεταξύ μας ειδύλλιο μού προσέφερε μια φρέσκια ματιά στο πώς να αντιμετωπίζω τις διαπροσωπικές μου σχέσεις. Είχαμε μια πολύ τρυφερή σχέση, απολαμβάνοντας ο ένας τον άλλον σε διάφορα επίπεδα, χωρίς ωστόσο να ζητάμε ανταλλάγματα. Δεν μοιραζόμασταν τα ίδια πάθη, κάτι που μας έκανε ενίοτε απόμακρους, αλλά ήταν πάντα μια σχέση βασισμένη στην αλληλοκατανόηση.

Χωρίς να το ξέρω, η αποστολή μου ήταν σχεδόν σύγχρονη με τα ταξίδια του Daniel Everett και τις πρώτες, εν αγνοία, σπορές ανέμων στην πολυτάραχη ιστορία της Καθολικής γραμματικής. Τότε βέβαια η διεπιστημονικότητα και γενικότερα το αλισβερίσι πληροφοριών ήταν πράγματα πολύ περιορισμένα, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Έτσι λοιπόν μου έμελλε να επιλέξω να μελετήσω φυλές που δεν είχαν εν τέλει το ενδιαφέρον που αποδόθηκε σε άλλες. Ωστόσο, τα ταξίδια μου ανατολικά των Άνδεων διεύρυναν ακόμη περισσότερο τους ορίζοντές μου, με εφοδίασαν με μια πιο κριτική ματιά πάνω στις επιλογές μου και τελικά ολοκλήρωσαν το έργο μου πάνω στην έρευνα των μελλοθάνατων γλωσσών του κόσμου. Επίσης, η γνωριμία μου με την Gunhild μού απάλυνε τον πόνο του χωρισμού μου με την Ingrid, αναπτερώνοντας το ηθικό μου και αφήνοντάς μου μια γενικότερα αισιόδοξη στάση προς τη ζωή. Πέρα από αυτό όμως, μου προσέφερε και κάτι καινούριο˙ νέα ερεθίσματα, νέους γλωσσικούς, ανεξερεύνητους ορίζοντες!

Μετά από το πηγαινέλα στην Αργεντινή έμεινα για λίγο καιρό σταθερά στην Οξφόρδη. Δεν κυνήγησα ποτέ κάποια θέση ανώτερη του λέκτορα στο Πανεπιστήμιο. Αναδρομικά, αυτό που καταλαβαίνω για τον εαυτό μου είναι ότι δεν ήθελα για κανένα λόγο να δεσμευτώ σε ένα μέρος. Παρ' όλ' αυτά, η πόλη των ονειρικών πυργίσκων, όπως την περιγράφει ο Matthew Arnold, με την αρχιτεκτονική να αντικατοπτρίζει κάθε πτυχή της ιστορίας της Αγγλίας από την έλευση των Σαξόνων στην νήσο, και τον μουντό, νωχελικό καιρό της, επέδρασε καταλυτικά στην ψυχολογία μου. Μετά την μπόρα του χωρισμού μου με την Ingrid και την εργασιομανία που με κατέλαβε, η οποία λειτούργησε ως διέξοδος από τα προσωπικά μου προβλήματα, έφτασε επιτέλους η στιγμή να καθαρίσει ο ουρανός... Και μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, ίσως και ειρωνικό, το ότι αυτό έγινε στην Οξφόρδη, σε μια πόλη που από τις 365 μέρες του χρόνου οι 364 είναι βροχερές... Όμως δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Καταπιάστηκα για κάποιο χρονικό διάστημα με την Αγγλική λογοτεχνία, από την ρομαντική της εποχή μέχρι τα αγγλοσαξονικά έπη, όπως το Beowulf. Αυτό ενέτεινε το ενδιαφέρον μου για τη Γερμανική και Σκανδιναβική γραμματεία. Θυμήθηκα τα χρόνια των σπουδών μου. Έγραψα κι ένα μικρό, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ανάλαφρο και αισιόδοξο. Κι έχοντας ως εφόδιο μονάχα την ειλικρίνειά μου και ένα αδρό ταλέντο στη συγγραφή, το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτα αφελές, αν και είμαι σίγουρος ότι όσο κι αν καλλιεργήσει ένας λογοτέχνης το ύφος του, ό,τι μπορούσε να γραφτεί μέχρι τώρα -μιλώντας πάντα για το περιεχόμενο μιας ιστορίας- έχει ήδη γραφτεί, κι όχι λίγες φορές. Γιατί είναι η πληροφορία που συσσωρεύεται μέσω της παρατήρησης και της μελέτης που γεννά στους ανθρώπους ερωτήματα. Κι είναι αυτά τα ερωτήματα με τα οποία προβληματίζονται, μεταξύ άλλων, οι λογοτέχνες. Μόνο στο μέλλον μπορεί να ελπίζει κανείς τελικά. Το παρελθόν μας κρατά απλώς συντροφιά, ή κυνηγά ανελέητα όσους από εμάς είναι φύσει αυτοκαταστροφικοί.

Έπειτα από δύο χρόνια παραμονής στην Οξφόρδη ένιωθα πως είχα χαλαρώσει πολύ. Τόσο ώστε αν αφηνόμουν στη ρουτίνα της πόλης αυτής θα άρχιζα να μοιάζω σαν όλους αυτούς τους βαριεστημένους παππούδες που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να πίνουν τσάι και να λαρυγγίζουν διάφορες εκφορές που θύμιζαν Παλαιά Αγγλικά. Την βαρεμάρα μου ήρθαν να ταράξουν τα δυσάρεστα νέα για την αυτοκτονία του αδελφού μου, Δημήτρη. Έσπευσα στην Αθήνα για την κηδεία. Ήμουν αποσβολωμένος. Δεν ήταν ότι η κατάληξη της ζωής του θα μου προκαλούσε έκπληξη, αλλά μην έχοντας βιώσει ξανά την τελεσίδικη απώλεια του θανάτου, δεν κατάφερα να προσαρμοστώ άμεσα στα νέα δεδομένα. Μετά από μερικές μέρες άβολης συνειδητοποίησης επέστρεψα στην Οξφόρδη, χωρίς τα πλάνα μου να περιλαμβάνουν την περαιτέρω παραμονή μου εκεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεχαστώ! Το ανανεωμένο μου ενδιαφέρον στη γλωσσολογία με ώθησε να κάνω μια καινούρια αρχή. Έχοντας κρατήσει ακόμη επαφή με την Gunhild, επέλεξα να μετακομίσω στη Δανία. Παρακολούθησα σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, με ποικίλη θεματολογία. Έχοντας πλέον παθιαστεί με τις Σκανδιναβικές γλώσσες και την ιστορία τους, αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Κοπεγχάγη. Τελικά απέκτησα το 1987 άλλο ένα διδακτορικό, αυτή τη φορά με θέμα τον ρόλο των κοινωνικών τάσεων στην διαμόρφωση του γλωσσικού υποβάθρου ενός δεδομένου πληθυσμού και την επιρροή του πολιτικού σκηνικού σε αυτήν, με μοντέλο την κατάσταση των Σκανδιναβικών χωρών.

Το ίδιο έτος, άφησα για λίγο τις ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις, αναγκασμένος να γυρίσω ξανά στην Ελλάδα. Η υγεία του πατέρα μου είχε επιδεινωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να βρεθώ οπωσδήποτε δίπλα του. Έμεινα για λίγο καιρό στην Αθήνα. Του διάβασα την αυτοβιογραφία μου. Μου εξέφρασε την συγκίνησή του για τα κατορθώματα μου, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινε την πλήρη βαρύτητά τους. Μου είπε ότι τον λύτρωσα από το γεγονός του θανάτου του αδελφού μου. “Κάθε χαμένη ψυχή αντιστοιχεί σε μία άλλη, αποθεωμένη”, μου είπε. Άρχισε να συνειδητοποιεί πολύ αργά στη ζωή του την αξία της ισορροπίας. Θα αρκούσε να μπορεί να μου αποδείξει κάποιος ότι αυτό το γεγονός τον ηρέμησε, αν και αμφιβάλλω. Βίωσα τον θάνατό του ως κάτι που θα άλλαζε την πορεία της ζωής μου αμετάκλητα.

Εργάστηκα για δύο χρόνια στο Πανεπιστημίο της Κοπεγχάγης, έχοντας ξανά θέση λέκτορα. Η πόλη ήταν σαφώς πιο ζωντανή από την Οξφόρδη, γεμάτη με νέο κόσμο και πολλούς καλλιτέχνες. Ούτε αυτό όμως στάθηκε δυνατό να με κρατήσει σε ένα μέρος για πολύ. Η παλιά μου δίψα για περιπέτεια επανήλθε. Έμαθα ότι υπήρχε μια θέση σε ένα διετές ερευνητικό πρόγραμμα για την εξέλιξη των γλωσσών της Γροιλανδίας μετά από την αποίκησή της από Σκανδιναβούς θαλασσοπόρους του 10ου αιώνα. Η εισαγωγή μου στην ομάδα ήρθε εύκολα.

Η Γροιλανδία δεν μου επιφύλασσε ιδιαίτερες εκπλήξεις. Η έρευνα μας πάνω στον λόγο των Ινουίτ έφερε αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι άνθρωποι ήταν φιλόξενοι και συμπαθείς. Έκαναν ότι μπορούσαν για να μας εξυπηρετήσουν, σε μια περιοχή στην οποία αδυνατώ μέχρι και σήμερα να καταλάβω το τι ακριβώς τους ώθησε να εγκατασταθούν. Είναι διαφορετικό να βρίσκεται κάποιος εκεί περιστασιακά και να απολαμβάνει την εξωτική -σχεδόν εξώκοσμη- ομορφιά, γνωρίζοντας ωστόσο ότι είναι πολύ μακριά από την ασφάλεια των πόλεων, κι άλλο πράγμα να ζει εκεί, μονίμως εκτεθιμένος σε κακουχίες και κινδύνους που λίγα μέρη του κόσμου επιφυλάσσουν. Όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, αυτά τα μέρη, τα επικίνδυνα, δεν είναι για 'μας, τους “αστύθρεφτους”.

Στα 46 μου χρόνια, έχοντας πατήσει το πόδι μου στις ζούγκλες και στα οροπέδια των πιο απομακρυσμένων από τον “πολιτισμό” περιοχών του κόσμου, έχοντας ταξιδέψει μέχρι και στην παγωμένη γη του βορείου πόλου, δεν είχα γνωρίσει ποτέ ουσιαστικό κίνδυνο. Δεν είχα φοβηθεί ποτέ για τη ζωή μου. Εν τέλει συνειδητοποίησα ότι είναι κι αυτό μέσα στο πρόγραμμα. Η πτήση με την οποία θα επιστρέφαμε στη Δανία δεν έμελλε να φτάσει ποτέ στον προορισμό της. Λόγω μηχανικής βλάβης, ο πιλότος έχασε τον προσανατολισμό του και μας οδήγησε στα ανοιχτά του βόρειου παγωμένου ωκεανού. Όταν το σύστημα επανήλθε και το πλήρωμα κατάλαβε πού βρισκόμαστε, δεν υπήρχε πλέον άλλη επιλογή από τον να κάνουμε αναγκαστική προσγείωση στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας. Είχα απογοητευτεί. Δεν ήθελα να περάσω τα Χριστούγεννα σ' ένα ξεχασμένο από τον Θεό μέρος. Και με τις καταιγίδες να μαίνονται αυτήν την εποχή του χρόνου, δεν νομίζω ότι θα παίρναμε άδεια να επιστρέψουμε άμεσα.

Κατά την παραμονή μου στο Λονγκίερμπιαν, την πρωτεύουσα του Σβάλμπαρντ, η απογοήτευσή μου με έκανε να χάσω την ψυχραιμία μου και την υπομονή μου, γεγονός που με οδήγησε σε ακόμη σκοτεινότερα μονοπάτια. Θέλοντας να βρω λίγη γαλήνη, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα. Μόνος μου. Η χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ. Ο καιρός δεν μου φαινόταν απαγορευτικός, αλλά έχοντας μηδενική ικανότητα στην, έστω εμπειρική, πρόγνωση των καιρικών συνθηκών, με πρόλαβε χιονοθύελλα προτού καταφέρω να επιστρέψω στον ξενώνα. Έχασα πλήρως τον προσανατολισμό μου κι άρχισα να περιφέρομαι μάταια στο παγωμένο τοπίο. Η ομίχλη δεν μου επέτρεπε να δω σε περισσότερα από 5 μέτρα απόσταση. Θα μπορούσα κάλλιστα να βρίσκομαι στο όριο της πόλης και να μην το είχα καταλάβει. Μετά από μερικές ταραχώδεις ώρες, βρήκα μια κόγχη στους πρόποδες ενός λόφου. Το ένστικτό μου είχε επιβληθεί στην λογική μου κι έτσι αποφάσισα να περιμένω μέσα στην σπηλιά, μέχρι να κοπάσει η θύελλα. Η δεύτερη χειρότερη ιδέα που είχα ποτέ...

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Αλλαγή κανείς...;


Είχα πολύ καιρό να "μπλεχτώ" σε πολιτική συζήτηση. Όποτε μπλέκομαι σε πολιτικές συζητήσεις με ορισμένα άτομα, όσο κι αν τις απολαμβάνω, φτάνω πάντα στο σημείο να υπερασπιστώ μια συγκεκριμένη μου επιλογή. Το να μην ασκώ το "δικαίωμα" ψήφου. Αυτή τη φορά όμως συνειδητοποίησα το εξής απλό...

Χρειάζεται άμεσα μια "αλλαγή παραδείγματος" στον χώρο της πολιτικής.

Όχι ένας ανασχηματισμός (sic), όχι μια εξυγείανση του πολιτικού συστήματος, όχι μια επανάσταση... Αλλά μια ολοκληρωτική και αμετάκλητη αλλαγή παραδείγματος. Ας δούμε τι είναι μια αλλαγή παραδείγματος...

Σύμφωνα με τον Τόμας Κουν, μια αλλαγή παραδείγματος είναι μια αλλαγή στις βασικές παραδοχές, ή παραδείγματα, στα πλαίσια της κυρίαρχης επιστημονικής θεωρίας. Επιστημονικές θεωρίες; Μα τι σχέση έχει η επιστήμη με την πολιτική; Άρρηκτη!

Έχετε ακουστά τον όρο "πολιτικές επιστήμες"; Προφανώς τον έχετε... Κι όλοι λίγο ή πολύ ξέρουμε τι περιλλαμβάνουν οι πολιτικές επιστήμες, ή έστω μπορούμε να φανταστούμε. Πολιτικές θεωρίες, δημόσια διοίκηση, κοινωνική φιλοσοφία, δικονομικό δίκαιο, γεωπολιτική και τα λοιπά. Καθένας απ' όλους αυτούς τους ξεχωριστούς κλάδους των πολιτικών επιστημών έχει ένα απίστευτο εύρος πεδίου έρευνας. Οι ερευνητές-επιστήμονες που δρουν σε πολλούς απ' αυτούς τους κλάδους αναλύουν και ερμηνεύουν θεωρίες που ξεκίνησαν και διαμορφώθηκαν από προγενέστερους αυτών ανθρώπους. Κι εδώ είναι το παράδοξο. ΚΑΠΟΙΟΙ από αυτούς θα είναι οι μελλοντικοί Γιωργάκηδες και Κωστάκηδες, Καρατζαφέρηδες και Τσίπρες. ΚΑΠΟΙΟΙ από αυτούς θα κλιθούν να μας διοικήσουν. ΚΑΠΟΙΟΙ από αυτούς θα πάρουν ενεργά ρόλο σε ένα τσίρκο, στο οποίο θα μας ζητήσουν να τους εμπιστευτούμε...

Να τους εμπιστευτούμε σε τι; Στο πόσο κάλα μπορούν να κυβερνήσουν; Το οποίο εμείς οι ΜΗ επιστήμονες, οι ΜΗ πολιτικοί, οι άνθρωποι που δυστυχώς στερούνται ΒΑΣΙΚΗΣ παιδείας και γνώσεων, με κάποιον γαμημένο μαγικό τρόπο θα πρέπει να το ψυχανεμισθούμε; Καλούμαστε να αποφασίσουμε για το ποιος είναι ικανότερος να μας κυβερνήσει, μην έχοντας ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ κριτήριο ως εφόδιο, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ γνώση του τι σημαίνει να κυβερνάς ένα κράτος. Και πώς κρίνουμε; Με βάση τα αισθητικά μας κριτίρια, ΠΡΟΦΑΝΩΣ. Θέλουμε στήθος, ή μπούτι; Γουσταρίζουμε περισσότερο τον χοντρό, έξω καρδιά Κωστάκη που παίζει μπάλα, ή τον σοβαροφανή, μονίμως κομψό Γιωργάκη; Προσπαθήστε να συνειδητοποιήσετε πόσο παράλογο είναι όλο αυτό. Ακόμη και επιφανειακή γνώση εάν έχει κάποιος περί του τι είναι σοσιαλισμός, τι είναι κομμουνισμός, τι είναι δημοκρατία, τι είναι δεξιά και αριστερά και τι έχουν να προτείνουν αυτές οι μερίδες ανθρώπων στον λαό, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΡΚΕΤΑ ΙΣΧΥΡΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ώστε να του δίνεται το 'δικαίωμα" να επιλέξει τους μεν από τους δε. ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ. ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΑΝ ΠΟ-FUCKNIG-ΤΕ! Είναι σαν να επιλέξω εγώ, με τις επιφανειακές, περιορισμένες και ελλειπείς μου γνώσεις πάνω στην κβαντική μηχανική, σε ποιο πείραμα θα δώσουν προτεραιότητα στο CERN... Ε, μάλλον θα τείνω να επιλέξω το πιο cool... Ή αυτό που υπόσχεται να μου αποφέρει περισσότερα φράγκα, μια αιώνια θέση στο δημόσιο και την αθανασία...

Κι όποιος είναι της άποψης ότι με απλή, χομπίστικη ενασχόληση μπορεί να καταλάβει αρκετά πράγματα από ένα επιστημονικό πεδίο τόσο ευρύ, χαοτικό, με ασαφή όρια και σε πολλά σημεία στερούμενο πραγματιστικής προσέγγισης, ώστε να μπορεί να κρίνει όντως τι ψηφίζει και γιατί, μπορεί να φάει τα σκατά μου, ή να κάνει μια βόλτα από το Πάντειο και να δώσει για πτυχείο. Κι εδώ ακριβώς είναι που χρειάζεται η αλλαγή παραδείγματος. Η πολιτική, στην "δημοκρατική" Ελλάδα του 2011, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα επιστήμη και να αναφέρεται στην πλειοψηφία, αν όχι το σύνολο, ενός αμόρφωτου και αγνώμονος λαού. Ή η πολιτική θα πάψει να είναι επιστήμη, ή ο λαός απαίδευτος, γιατί αν δεν γίνει τίποτε από τα δύο θα πάψει δυστυχώς το πολίτευμα να είναι δημοκρατικό, έστω και στα προσχήματα. Τίποτε από αυτά τα δύο δεν μπορεί να γίνει με αγανάκτηση. Ούτε με μπάχαλα, ούτε με κοινωνικές επαναστάσεις, ούτε με ανασχηματισμούς...

Θα γίνει όταν ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ, ο μέσος ''αγανακτισμένος" ή αγανακτισμένος Έλληνας θα κάνει την προσωπική του, ρεαλιστική και ειληκρινή επανάσταση, θα βάλει στη μπάντα τις ανασφάλειες που τον πνίγουν εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον, θα αποδεχτεί με ψυχραιμία ότι το κράτος του δεν θα έχει ποτέ τη σιγουριά και τη σταθερότητα της Νορβηγίας και θα επιλέξει να σταματήσει να είναι ένα αμόρφωτο γουρούνι που υποκινείται από την απληστία του και λειτουργεί με βάση τις φοβίες του. Ή αλλιώς, ξέρετε... Γιωργάκης, ΔΝΤ, Μεσοπρόθεσμο, Νέα Μέτρα, κοροϊδία στα μούτρα και αγανάκτηση του κώλου...

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012


You talk big
and you stare bold,
while your mind's sick...
Your ideas are old...

And despite your need
that the world should betray you,
for the bitter truth
is too heavy a burden,
deep inside it's obvious...

You can always see it
clear as the clearest day
and forever since know
it's yourself whom you betray.
And you fear to ask
"must this go any further?"

I won't give you conclusion...
You may keep talking big...
The more you seek absolution
the more your mind will be sick...